Πώς να προφέρετε confessed

προφορά της λέξης confessed στα Αγγλικά [en]

Μπορείτε να το εκφωνήσετε καλύτερα; με διαφορετική προφορά/προσωδία/διάλεκτο; Προφέρετε την λέξη confessed στα Αγγλικά

Προφορές & γλώσσες στον χάρτη

Phrases - Definition
  • confessed example in a phrase

  • Definition of confessed

    • confess to a punishable or reprehensible deed, usually under pressure
    • admit (to a wrongdoing)
    • confess to God in the presence of a priest, as in the Catholic faith

Τυχαία λέξη: pronunciationdancewalkcan'torange