Κατηγορία:

adjective

Εγγραφείτε στις προφορές στα adjective

  • redundant εκφώνηση redundant [en]
  • hidden εκφώνηση hidden [en]
  • majestic εκφώνηση majestic [en]
  • mutual εκφώνηση mutual [en]
  • environmental εκφώνηση environmental [en]
  • hiphop εκφώνηση hiphop [en]
  • insular εκφώνηση insular [en]
  • handy εκφώνηση handy [de]
  • electrical εκφώνηση electrical [en]
  • eaten εκφώνηση eaten [en]
  • guapo εκφώνηση guapo [es]
  • Induced εκφώνηση Induced [en]
  • endemic εκφώνηση endemic [en]
  • norsk εκφώνηση norsk [no]
  • Bijou εκφώνηση Bijou [fr]
  • special εκφώνηση special [en]
  • dominant εκφώνηση dominant [en]
  • sensual εκφώνηση sensual [en]
  • witch εκφώνηση witch [en]
  • 赤い εκφώνηση 赤い [ja]
  • faster εκφώνηση faster [en]
  • fell εκφώνηση fell [en]
  • visionary εκφώνηση visionary [en]
  • 新しい εκφώνηση 新しい [ja]
  • grateful εκφώνηση grateful [en]
  • utilitarian εκφώνηση utilitarian [en]
  • infinite εκφώνηση infinite [en]
  • game εκφώνηση game [en]
  • camp εκφώνηση camp [en]
  • arctic εκφώνηση arctic [en]
  • civil εκφώνηση civil [en]
  • late εκφώνηση late [en]
  • financial εκφώνηση financial [en]
  • savage εκφώνηση savage [en]
  • omnipotent εκφώνηση omnipotent [en]
  • genial εκφώνηση genial [es]
  • monotonous εκφώνηση monotonous [en]
  • continuous εκφώνηση continuous [en]
  • casual εκφώνηση casual [en]
  • loud εκφώνηση loud [en]
  • amateur εκφώνηση amateur [en]
  • angry εκφώνηση angry [en]
  • uniform εκφώνηση uniform [en]
  • Russian εκφώνηση Russian [en]
  • Zdravo εκφώνηση Zdravo [sl]
  • personal εκφώνηση personal [en]
  • worst εκφώνηση worst [en]
  • summary εκφώνηση summary [en]
  • cu εκφώνηση cu [pt]
  • determined εκφώνηση determined [en]
  • inconceivable εκφώνηση inconceivable [en]
  • sage εκφώνηση sage [en]
  • furious εκφώνηση furious [en]
  • versatile εκφώνηση versatile [en]
  • correcto εκφώνηση correcto [es]
  • nerdy εκφώνηση nerdy [en]
  • royal εκφώνηση royal [en]
  • unfortunate εκφώνηση unfortunate [en]
  • narrow εκφώνηση narrow [en]
  • tranquille εκφώνηση tranquille [fr]
  • excited εκφώνηση excited [en]
  • evil εκφώνηση evil [en]
  • gross εκφώνηση gross [en]
  • bilingüe εκφώνηση bilingüe [es]
  • posh εκφώνηση posh [en]
  • complimentary εκφώνηση complimentary [en]
  • pequeño εκφώνηση pequeño [es]
  • diverse εκφώνηση diverse [en]
  • thinking εκφώνηση thinking [en]
  • petite εκφώνηση petite [en]
  • thoughtful εκφώνηση thoughtful [en]
  • familiar εκφώνηση familiar [en]
  • threatened εκφώνηση threatened [en]
  • vast εκφώνηση vast [en]
  • Milch εκφώνηση Milch [de]
  • partisan εκφώνηση partisan [en]
  • expensive εκφώνηση expensive [en]
  • reluctant εκφώνηση reluctant [en]
  • dependent εκφώνηση dependent [en]
  • plastic εκφώνηση plastic [en]
  • heterosexual εκφώνηση heterosexual [en]
  • adorable εκφώνηση adorable [es]
  • noble εκφώνηση noble [en]
  • physical εκφώνηση physical [en]
  • minimum εκφώνηση minimum [en]
  • erect εκφώνηση erect [en]
  • grave εκφώνηση grave [en]
  • resulting εκφώνηση resulting [en]
  • ephemeral εκφώνηση ephemeral [en]
  • each εκφώνηση each [en]
  • substantive εκφώνηση substantive [en]
  • Hungarian εκφώνηση Hungarian [en]
  • middle εκφώνηση middle [en]
  • jealous εκφώνηση jealous [en]
  • introvert εκφώνηση introvert [en]
  • used εκφώνηση used [en]
  • secondary εκφώνηση secondary [en]
  • wise εκφώνηση wise [en]
  • banal εκφώνηση banal [en]
  • ahead εκφώνηση ahead [en]