Κατηγορία:

adjective

Εγγραφείτε στις προφορές στα adjective

  • literary εκφώνηση literary [en]
  • idiosyncratic εκφώνηση idiosyncratic [en]
  • comely εκφώνηση comely [en]
  • posthumous εκφώνηση posthumous [en]
  • cheap εκφώνηση cheap [en]
  • cowboy εκφώνηση cowboy [en]
  • dire εκφώνηση dire [fr]
  • fastest εκφώνηση fastest [en]
  • 空 εκφώνηση [ja]
  • municipal εκφώνηση municipal [en]
  • schwarz εκφώνηση schwarz [de]
  • impatient εκφώνηση impatient [en]
  • psychological εκφώνηση psychological [en]
  • ocupado εκφώνηση ocupado [es]
  • theatrical εκφώνηση theatrical [en]
  • esoteric εκφώνηση esoteric [en]
  • pharmaceutical εκφώνηση pharmaceutical [en]
  • beton εκφώνηση beton [de]
  • chubby εκφώνηση chubby [en]
  • 生 εκφώνηση [ja]
  • unsubstantiated εκφώνηση unsubstantiated [en]
  • blank εκφώνηση blank [en]
  • respiratory εκφώνηση respiratory [en]
  • luxurious εκφώνηση luxurious [en]
  • vague εκφώνηση vague [en]
  • sublime εκφώνηση sublime [en]
  • 暑い εκφώνηση 暑い [ja]
  • utter εκφώνηση utter [en]
  • anti-inflammatory εκφώνηση anti-inflammatory [en]
  • virile εκφώνηση virile [en]
  • heated εκφώνηση heated [en]
  • irritated εκφώνηση irritated [en]
  • rhotic εκφώνηση rhotic [en]
  • temporary εκφώνηση temporary [en]
  • obnoxious εκφώνηση obnoxious [en]
  • cheerful εκφώνηση cheerful [en]
  • lonely εκφώνηση lonely [en]
  • bothered εκφώνηση bothered [en]
  • fancy εκφώνηση fancy [en]
  • albino εκφώνηση albino [en]
  • feio εκφώνηση feio [pt]
  • masterly εκφώνηση masterly [en]
  • fiscal εκφώνηση fiscal [en]
  • focused εκφώνηση focused [en]
  • relative εκφώνηση relative [en]
  • prostrate εκφώνηση prostrate [en]
  • pathetic εκφώνηση pathetic [en]
  • punctual εκφώνηση punctual [en]
  • perennial εκφώνηση perennial [en]
  • supposed εκφώνηση supposed [en]
  • peaceful εκφώνηση peaceful [en]
  • fierce εκφώνηση fierce [en]
  • joyous εκφώνηση joyous [en]
  • confused εκφώνηση confused [en]
  • aerial εκφώνηση aerial [en]
  • duro εκφώνηση duro [es]
  • principal εκφώνηση principal [en]
  • disingenuous εκφώνηση disingenuous [en]
  • Felix εκφώνηση Felix [en]
  • raw εκφώνηση raw [en]
  • formal εκφώνηση formal [en]
  • contiguous εκφώνηση contiguous [en]
  • Magnus εκφώνηση Magnus [no]
  • palpable εκφώνηση palpable [en]
  • preposterous εκφώνηση preposterous [en]
  • exquisite εκφώνηση exquisite [en]
  • desiccated εκφώνηση desiccated [en]
  • nude εκφώνηση nude [en]
  • indigo εκφώνηση indigo [en]
  • extravagant εκφώνηση extravagant [en]
  • statutory εκφώνηση statutory [en]
  • ill εκφώνηση ill [en]
  • bootylicious εκφώνηση bootylicious [en]
  • tiny εκφώνηση tiny [en]
  • surgical εκφώνηση surgical [en]
  • occidental εκφώνηση occidental [es]
  • initial εκφώνηση initial [en]
  • corrosive εκφώνηση corrosive [en]
  • vacío εκφώνηση vacío [es]
  • analytical εκφώνηση analytical [en]
  • economic εκφώνηση economic [en]
  • medical εκφώνηση medical [en]
  • culinary εκφώνηση culinary [en]
  • counterfeit εκφώνηση counterfeit [en]
  • débil εκφώνηση débil [es]
  • 一杯 εκφώνηση 一杯 [ja]
  • awry εκφώνηση awry [en]
  • undead εκφώνηση undead [en]
  • volar εκφώνηση volar [es]
  • irrelevant εκφώνηση irrelevant [en]
  • ironic εκφώνηση ironic [en]
  • superficial εκφώνηση superficial [en]
  • Titanic εκφώνηση Titanic [en]
  • skeletal εκφώνηση skeletal [en]
  • divers εκφώνηση divers [fr]
  • affluent εκφώνηση affluent [en]
  • złoty εκφώνηση złoty [pl]
  • directed εκφώνηση directed [en]
  • boisterous εκφώνηση boisterous [en]
  • graduate εκφώνηση graduate [en]