Κατηγορία:

adjective

Εγγραφείτε στις προφορές στα adjective

  • Maori εκφώνηση Maori [en]
  • vervelend εκφώνηση vervelend [nl]
  • wearing εκφώνηση wearing [en]
  • 方 εκφώνηση [ja]
  • corrupt εκφώνηση corrupt [en]
  • neutral εκφώνηση neutral [en]
  • たかい εκφώνηση たかい [ja]
  • ruim εκφώνηση ruim [pt]
  • ehrlich εκφώνηση ehrlich [de]
  • liable εκφώνηση liable [en]
  • fit εκφώνηση fit [en]
  • besar εκφώνηση besar [es]
  • fricative εκφώνηση fricative [en]
  • lurking εκφώνηση lurking [en]
  • rapt εκφώνηση rapt [en]
  • satellite εκφώνηση satellite [en]
  • legislative εκφώνηση legislative [en]
  • greedy εκφώνηση greedy [en]
  • scented εκφώνηση scented [en]
  • dócil εκφώνηση dócil [es]
  • supernatural εκφώνηση supernatural [en]
  • considerate εκφώνηση considerate [en]
  • phosphorescent εκφώνηση phosphorescent [en]
  • inexorable εκφώνηση inexorable [en]
  • tertiary εκφώνηση tertiary [en]
  • yonder εκφώνηση yonder [en]
  • mighty εκφώνηση mighty [en]
  • flowing εκφώνηση flowing [en]
  • unfavorable εκφώνηση unfavorable [en]
  • unentbehrlich εκφώνηση unentbehrlich [de]
  • ferocious εκφώνηση ferocious [en]
  • contour εκφώνηση contour [en]
  • melancholisch εκφώνηση melancholisch [nl]
  • stingy εκφώνηση stingy [en]
  • apenas εκφώνηση apenas [es]
  • rad εκφώνηση rad [en]
  • Intrepid εκφώνηση Intrepid [en]
  • scary εκφώνηση scary [en]
  • vagabonding εκφώνηση vagabonding [en]
  • closer εκφώνηση closer [en]
  • saucier εκφώνηση saucier [en]
  • dur εκφώνηση dur [fr]
  • diminutive εκφώνηση diminutive [en]
  • heaviest εκφώνηση heaviest [en]
  • prophetic εκφώνηση prophetic [en]
  • colder εκφώνηση colder [en]
  • cumulative εκφώνηση cumulative [en]
  • brutal εκφώνηση brutal [en]
  • grandes εκφώνηση grandes [es]
  • memorable εκφώνηση memorable [en]
  • bourgeois εκφώνηση bourgeois [fr]
  • anachronistic εκφώνηση anachronistic [en]
  • despicable εκφώνηση despicable [en]
  • thermodynamic εκφώνηση thermodynamic [en]
  • vigorous εκφώνηση vigorous [en]
  • central εκφώνηση central [en]
  • lax εκφώνηση lax [sv]
  • mnemonic εκφώνηση mnemonic [en]
  • abiding εκφώνηση abiding [en]
  • 恥ずかしい εκφώνηση 恥ずかしい [ja]
  • lively εκφώνηση lively [en]
  • desolate εκφώνηση desolate [en]
  • legendary εκφώνηση legendary [en]
  • veteran εκφώνηση veteran [en]
  • 明るい εκφώνηση 明るい [ja]
  • rudimentary εκφώνηση rudimentary [en]
  • tainted εκφώνηση tainted [en]
  • completed εκφώνηση completed [en]
  • axiomatic εκφώνηση axiomatic [en]
  • aus εκφώνηση aus [de]
  • futile εκφώνηση futile [en]
  • manual εκφώνηση manual [en]
  • woke εκφώνηση woke [en]
  • sunny εκφώνηση sunny [en]
  • Zoom εκφώνηση Zoom [en]
  • ambidextrous εκφώνηση ambidextrous [en]
  • read (past participle) εκφώνηση read (past participle) [en]
  • tuned εκφώνηση tuned [en]
  • complex εκφώνηση complex [en]
  • fussy εκφώνηση fussy [en]
  • senile εκφώνηση senile [en]
  • elderly εκφώνηση elderly [en]
  • Victorian εκφώνηση Victorian [en]
  • quemado εκφώνηση quemado [es]
  • 自然 εκφώνηση 自然 [ja]
  • vindictive εκφώνηση vindictive [en]
  • literate εκφώνηση literate [en]
  • sailing εκφώνηση sailing [en]
  • seminal εκφώνηση seminal [en]
  • default εκφώνηση default [en]
  • organized εκφώνηση organized [en]
  • tremendous εκφώνηση tremendous [en]
  • sleeping εκφώνηση sleeping [en]
  • líquido εκφώνηση líquido [pt]
  • luger εκφώνηση luger [en]
  • mortal εκφώνηση mortal [es]
  • semi-detached εκφώνηση semi-detached [en]
  • deleterious εκφώνηση deleterious [en]
  • organised εκφώνηση organised [en]
  • Грозный εκφώνηση Грозный [ru]