Κατηγορία:

bijvoeglijk naamwoord

Εγγραφείτε στις προφορές στα bijvoeglijk naamwoord

  • blanco εκφώνηση blanco [es]
  • violet εκφώνηση violet [en]
  • elegant εκφώνηση elegant [en]
  • excellent εκφώνηση excellent [en]
  • crazy εκφώνηση crazy [en]
  • half εκφώνηση half [en]
  • intelligent εκφώνηση intelligent [en]
  • absurd εκφώνηση absurd [en]
  • wild εκφώνηση wild [en]
  • eigenlijk εκφώνηση eigenlijk [nl]
  • consonant εκφώνηση consonant [en]
  • arrogant εκφώνηση arrogant [en]
  • goed εκφώνηση goed [nl]
  • point εκφώνηση point [fr]
  • Lang εκφώνηση Lang [de]
  • vehement εκφώνηση vehement [en]
  • content εκφώνηση content [en]
  • dominant εκφώνηση dominant [en]
  • vast εκφώνηση vast [en]
  • een εκφώνηση een [nl]
  • absent εκφώνηση absent [en]
  • interessant εκφώνηση interessant [de]
  • week εκφώνηση week [en]
  • crème εκφώνηση crème [fr]
  • extra εκφώνηση extra [en]
  • vers εκφώνηση vers [fr]
  • amusant εκφώνηση amusant [fr]
  • blank εκφώνηση blank [en]
  • bang εκφώνηση bang [en]
  • mis εκφώνηση mis [fr]
  • russisch εκφώνηση russisch [de]
  • extravagant εκφώνηση extravagant [en]
  • flamboyant εκφώνηση flamboyant [en]
  • wit εκφώνηση wit [en]
  • Bot εκφώνηση Bot [sv]
  • los εκφώνηση los [de]
  • mild εκφώνηση mild [en]
  • aberrant εκφώνηση aberrant [en]
  • leuk εκφώνηση leuk [nl]
  • corrupt εκφώνηση corrupt [en]
  • ruim εκφώνηση ruim [pt]
  • exact εκφώνηση exact [en]
  • charmant εκφώνηση charmant [de]
  • constant εκφώνηση constant [en]
  • juist εκφώνηση juist [de]
  • incoherent εκφώνηση incoherent [en]
  • licht εκφώνηση licht [de]
  • idioot εκφώνηση idioot [nl]
  • dringend εκφώνηση dringend [de]
  • conservatief εκφώνηση conservatief [nl]
  • zwart εκφώνηση zwart [nl]
  • veel εκφώνηση veel [nl]
  • min εκφώνηση min [da]
  • kut εκφώνηση kut [nl]
  • competent εκφώνηση competent [en]
  • particulier εκφώνηση particulier [fr]
  • fantastisch εκφώνηση fantastisch [de]
  • uitstekend εκφώνηση uitstekend [nl]
  • alert εκφώνηση alert [en]
  • divers εκφώνηση divers [fr]
  • convergent εκφώνηση convergent [en]
  • Koen εκφώνηση Koen [nl]
  • hallucinant εκφώνηση hallucinant [fr]
  • aangenaam εκφώνηση aangenaam [nl]
  • integer εκφώνηση integer [en]
  • apart εκφώνηση apart [en]
  • abundant εκφώνηση abundant [en]
  • intact εκφώνηση intact [en]
  • boost εκφώνηση boost [en]
  • dor εκφώνηση dor [pt]
  • dito εκφώνηση dito [it]
  • cru εκφώνηση cru [fr]
  • fier εκφώνηση fier [fr]
  • interim εκφώνηση interim [en]
  • imminent εκφώνηση imminent [en]
  • evident εκφώνηση evident [en]
  • vervelend εκφώνηση vervelend [nl]
  • bruin εκφώνηση bruin [af]
  • aardig εκφώνηση aardig [nl]
  • melancholisch εκφώνηση melancholisch [nl]
  • breed εκφώνηση breed [en]
  • geboren εκφώνηση geboren [de]
  • knots εκφώνηση knots [nl]
  • vals εκφώνηση vals [nl]
  • logisch εκφώνηση logisch [nl]
  • volgend εκφώνηση volgend [nl]
  • mutisme εκφώνηση mutisme [nl]
  • benevolent εκφώνηση benevolent [en]
  • donker εκφώνηση donker [nl]
  • krank εκφώνηση krank [de]
  • abstinent εκφώνηση abstinent [en]
  • vaak εκφώνηση vaak [nl]
  • blut εκφώνηση blut [de]
  • eigen εκφώνηση eigen [de]
  • intern εκφώνηση intern [en]
  • lam εκφώνηση lam [nl]
  • blij εκφώνηση blij [nl]
  • zeker εκφώνηση zeker [nl]
  • dun εκφώνηση dun [en]
  • valent εκφώνηση valent [fr]