Κατηγορία:

past tense

Εγγραφείτε στις προφορές στα past tense

  • thought εκφώνηση
    thought [en]
  • taught εκφώνηση
    taught [en]
  • tired εκφώνηση
    tired [en]
  • had εκφώνηση
    had [en]
  • said εκφώνηση
    said [en]
  • drank εκφώνηση
    drank [en]
  • walked εκφώνηση
    walked [en]
  • Iris εκφώνηση
    Iris [en]
  • sophisticated εκφώνηση
    sophisticated [en]
  • grew εκφώνηση
    grew [en]
  • j'ai eu εκφώνηση
    j'ai eu [fr]
  • hid εκφώνηση
    hid [en]
  • woke εκφώνηση
    woke [en]
  • swam εκφώνηση
    swam [en]
  • paid εκφώνηση
    paid [en]
  • fed εκφώνηση
    fed [en]
  • laid εκφώνηση
    laid [fr]
  • fallen εκφώνηση
    fallen [en]
  • sewed εκφώνηση
    sewed [en]
  • realized εκφώνηση
    realized [en]
  • wrought εκφώνηση
    wrought [en]
  • bade εκφώνηση
    bade [da]
  • rescheduled εκφώνηση
    rescheduled [en]
  • slept εκφώνηση
    slept [en]
  • banned εκφώνηση
    banned [en]
  • bred εκφώνηση
    bred [sv]
  • thatched εκφώνηση
    thatched [en]
  • sank εκφώνηση
    sank [en]
  • bode εκφώνηση
    bode [en]
  • handled εκφώνηση
    handled [sv]
  • bezonis εκφώνηση
    bezonis [eo]
  • fled εκφώνηση
    fled [en]
  • stank εκφώνηση
    stank [en]
  • hornswoggled εκφώνηση
    hornswoggled [en]
  • battered εκφώνηση
    battered [en]
  • shrunk εκφώνηση
    shrunk [en]
  • haggled εκφώνηση
    haggled [en]
  • нёс εκφώνηση
    нёс [ru]
  • slew εκφώνηση
    slew [en]
  • mógł εκφώνηση
    mógł [pl]
  • wove εκφώνηση
    wove [en]
  • tanned εκφώνηση
    tanned [en]
  • mogli εκφώνηση
    mogli [pl]
  • شربوا εκφώνηση
    شربوا [ar]
  • afflicted εκφώνηση
    afflicted [en]
  • gik εκφώνηση
    gik [da]
  • recalled εκφώνηση
    recalled [en]
  • suicided εκφώνηση
    suicided [en]
  • Dybała εκφώνηση
    Dybała [pl]
  • made (迄) εκφώνηση
    made (迄) [ja]
  • imbrued εκφώνηση
    imbrued [en]
  • realised εκφώνηση
    realised [en]
  • shrank εκφώνηση
    shrank [en]
  • 寒かった εκφώνηση
    寒かった [ja]
  • chuir εκφώνηση
    chuir [ga]
  • wchodziła εκφώνηση
    wchodziła [pl]
  • потренировался εκφώνηση
    потренировался [ru]
  • musiała εκφώνηση
    musiała [pl]
  • jolted εκφώνηση
    jolted [en]
  • selhal εκφώνηση
    selhal [cs]
  • aß εκφώνηση
    [de]
  • rzucił εκφώνηση
    rzucił [pl]
  • dove (verb past tense) εκφώνηση
    dove (verb past tense) [en]
  • j’ai fini εκφώνηση
    j’ai fini [fr]
  • d'fhág εκφώνηση
    d'fhág [ga]
  • próbował εκφώνηση
    próbował [pl]
  • staggered εκφώνηση
    staggered [en]
  • venis εκφώνηση
    venis [eo]
  • pinned εκφώνηση
    pinned [en]
  • sög εκφώνηση
    sög [sv]
  • był εκφώνηση
    był [pl]
  • aßest εκφώνηση
    aßest [de]
  • cowed εκφώνηση
    cowed [en]
  • началась εκφώνηση
    началась [ru]
  • dúirt εκφώνηση
    dúirt [ga]
  • glaoch εκφώνηση
    glaoch [ga]
  • czas przeszły εκφώνηση
    czas przeszły [pl]
  • uprzedzałem εκφώνηση
    uprzedzałem [pl]
  • rồi εκφώνηση
    rồi [vi]
  • moped (verb) εκφώνηση
    moped (verb) [en]
  • whited εκφώνηση
    whited [en]
  • slung εκφώνηση
    slung [en]
  • d'imigh εκφώνηση
    d'imigh [ga]
  • d'íoc εκφώνηση
    d'íoc [ga]
  • było εκφώνηση
    było [pl]
  • osłupiała εκφώνηση
    osłupiała [pl]
  • شَرِبَتْ εκφώνηση
    شَرِبَتْ [ar]
  • oversteg εκφώνηση
    oversteg [no]
  • była εκφώνηση
    była [pl]
  • zafrapowała εκφώνηση
    zafrapowała [pl]
  • benutzten εκφώνηση
    benutzten [de]
  • zostały εκφώνηση
    zostały [pl]
  • فعل ماضى εκφώνηση
    فعل ماضى [ar]
  • empfanden εκφώνηση
    empfanden [de]
  • flohen εκφώνηση
    flohen [de]
  • rejeté εκφώνηση
    rejeté [fr]
  • utrudniał εκφώνηση
    utrudniał [pl]
  • manĝis εκφώνηση
    manĝis [eo]
  • نَصَرْتُ εκφώνηση
    نَصَرْتُ [ar]
  • były εκφώνηση
    były [pl]