Κατηγορία:

verb past tense

Εγγραφείτε στις προφορές στα verb past tense

  • caught εκφώνηση caught [en]
  • thought εκφώνηση thought [en]
  • graduated εκφώνηση graduated [en]
  • got εκφώνηση got [en]
  • were εκφώνηση were [en]
  • bought εκφώνηση bought [en]
  • won εκφώνηση won [en]
  • saw εκφώνηση saw [en]
  • was εκφώνηση was [en]
  • taught εκφώνηση taught [en]
  • exhausted εκφώνηση exhausted [en]
  • ran εκφώνηση ran [en]
  • brought εκφώνηση brought [en]
  • crowded εκφώνηση crowded [en]
  • began εκφώνηση began [en]
  • threw εκφώνηση threw [en]
  • ate εκφώνηση ate [en]
  • located εκφώνηση located [en]
  • found εκφώνηση found [en]
  • heard εκφώνηση heard [en]
  • knew εκφώνηση knew [en]
  • scheduled εκφώνηση scheduled [en]
  • detached εκφώνηση detached [en]
  • oxygenated εκφώνηση oxygenated [en]
  • sophisticated εκφώνηση sophisticated [en]
  • gathered εκφώνηση gathered [en]
  • wrote εκφώνηση wrote [en]
  • Induced εκφώνηση Induced [en]
  • stressed εκφώνηση stressed [en]
  • sunk εκφώνηση sunk [en]
  • ought εκφώνηση ought [en]
  • watched εκφώνηση watched [en]
  • misspelt εκφώνηση misspelt [en]
  • unsubstantiated εκφώνηση unsubstantiated [en]
  • heated εκφώνηση heated [en]
  • debuted εκφώνηση debuted [en]
  • irritated εκφώνηση irritated [en]
  • thrilled εκφώνηση thrilled [en]
  • touted εκφώνηση touted [en]
  • bothered εκφώνηση bothered [en]
  • forbade εκφώνηση forbade [en]
  • sought εκφώνηση sought [en]
  • threatened εκφώνηση threatened [en]
  • learnt εκφώνηση learnt [en]
  • sang εκφώνηση sang [fr]
  • massaged εκφώνηση massaged [en]
  • stove εκφώνηση stove [en]
  • scented εκφώνηση scented [en]
  • supposed εκφώνηση supposed [en]
  • stuck εκφώνηση stuck [en]
  • tainted εκφώνηση tainted [en]
  • wound (past participle) εκφώνηση wound (past participle) [en]
  • focused εκφώνηση focused [en]
  • used εκφώνηση used [en]
  • tuned εκφώνηση tuned [en]
  • typewritten εκφώνηση typewritten [en]
  • failed εκφώνηση failed [en]
  • patrolled εκφώνηση patrolled [en]
  • organised εκφώνηση organised [en]
  • listened εκφώνηση listened [en]
  • foiled εκφώνηση foiled [en]
  • chaffed εκφώνηση chaffed [en]
  • disembodied εκφώνηση disembodied [en]
  • faceted εκφώνηση faceted [en]
  • misinterpreted εκφώνηση misinterpreted [en]
  • shattered εκφώνηση shattered [en]
  • unchained εκφώνηση unchained [en]
  • sauteed εκφώνηση sauteed [en]
  • sent εκφώνηση sent [en]
  • cremated εκφώνηση cremated [en]
  • organized εκφώνηση organized [en]
  • chuffed εκφώνηση chuffed [en]
  • calibrated εκφώνηση calibrated [en]
  • woke εκφώνηση woke [en]
  • ruptured εκφώνηση ruptured [en]
  • biased εκφώνηση biased [en]
  • built εκφώνηση built [en]
  • desiccated εκφώνηση desiccated [en]
  • jinxed εκφώνηση jinxed [en]
  • dismissed εκφώνηση dismissed [en]
  • outmanned εκφώνηση outmanned [en]
  • doctored εκφώνηση doctored [en]
  • gobsmacked εκφώνηση gobsmacked [en]
  • patented εκφώνηση patented [en]
  • courted εκφώνηση courted [en]
  • critiqued εκφώνηση critiqued [en]
  • reciprocated εκφώνηση reciprocated [en]
  • vowed εκφώνηση vowed [en]
  • plundered εκφώνηση plundered [en]
  • seasoned εκφώνηση seasoned [en]
  • whipped εκφώνηση whipped [en]
  • characterized εκφώνηση characterized [en]
  • camouflaged εκφώνηση camouflaged [en]
  • hied εκφώνηση hied [en]
  • unstressed εκφώνηση unstressed [en]
  • rescued εκφώνηση rescued [en]
  • quartered εκφώνηση quartered [en]
  • sawed εκφώνηση sawed [en]
  • expired εκφώνηση expired [en]
  • mauled εκφώνηση mauled [en]