Κατηγορία:

verbi infinito

Εγγραφείτε στις προφορές στα verbi infinito

  • piacere εκφώνηση piacere [it]
  • giocare εκφώνηση giocare [it]
  • chiedere εκφώνηση chiedere [it]
  • vento εκφώνηση vento [it]
  • stare εκφώνηση stare [en]
  • sera εκφώνηση sera [it]
  • avere εκφώνηση avere [it]
  • correre εκφώνηση correre [it]
  • volare εκφώνηση volare [it]
  • pronunciare εκφώνηση pronunciare [it]
  • provvedere εκφώνηση provvedere [it]
  • bere εκφώνηση bere [it]
  • parlare εκφώνηση parlare [it]
  • mangiare εκφώνηση mangiare [it]
  • controbattere εκφώνηση controbattere [it]
  • dissuadere εκφώνηση dissuadere [it]
  • leggere εκφώνηση leggere [it]
  • abbandonare εκφώνηση abbandonare [it]
  • vedere εκφώνηση vedere [it]
  • essere εκφώνηση essere [it]
  • scegliere εκφώνηση scegliere [it]
  • abbaiare εκφώνηση abbaiare [it]
  • toccare εκφώνηση toccare [it]
  • imparare εκφώνηση imparare [it]
  • scervellarsi εκφώνηση scervellarsi [it]
  • guidare εκφώνηση guidare [it]
  • conforme εκφώνηση conforme [es]
  • scendere εκφώνηση scendere [it]
  • dormire εκφώνηση dormire [it]
  • lavorare εκφώνηση lavorare [it]
  • Cercare εκφώνηση Cercare [it]
  • mettere εκφώνηση mettere [it]
  • costruire εκφώνηση costruire [it]
  • cincischiare εκφώνηση cincischiare [it]
  • cavare εκφώνηση cavare [it]
  • abitare εκφώνηση abitare [it]
  • divergente εκφώνηση divergente [es]
  • conoscere εκφώνηση conoscere [it]
  • abbassare εκφώνηση abbassare [it]
  • chiudere εκφώνηση chiudere [it]
  • partire εκφώνηση partire [it]
  • divenire εκφώνηση divenire [it]
  • porre εκφώνηση porre [it]
  • nuotare εκφώνηση nuotare [it]
  • vincere εκφώνηση vincere [it]
  • ammobiliare εκφώνηση ammobiliare [it]
  • comprare εκφώνηση comprare [it]
  • forza εκφώνηση forza [gl]
  • amare εκφώνηση amare [it]
  • votare εκφώνηση votare [it]
  • desumere εκφώνηση desumere [la]
  • zonzo εκφώνηση zonzo [pt]
  • accadere εκφώνηση accadere [it]
  • avvenire εκφώνηση avvenire [it]
  • studiare εκφώνηση studiare [it]
  • dimagrire εκφώνηση dimagrire [it]
  • viaggiare εκφώνηση viaggiare [it]
  • piangere εκφώνηση piangere [it]
  • gemere εκφώνηση gemere [it]
  • ormeggiare εκφώνηση ormeggiare [it]
  • ripetere εκφώνηση ripetere [it]
  • alzare εκφώνηση alzare [it]
  • premeditare εκφώνηση premeditare [ro]
  • ascoltare εκφώνηση ascoltare [it]
  • notte εκφώνηση notte [it]
  • nutrire εκφώνηση nutrire [la]
  • guardare εκφώνηση guardare [it]
  • indossare εκφώνηση indossare [it]
  • godere εκφώνηση godere [it]
  • suonare εκφώνηση suonare [it]
  • normale εκφώνηση normale [it]
  • tollerare εκφώνηση tollerare [it]
  • cingersi εκφώνηση cingersi [it]
  • pulire εκφώνηση pulire [it]
  • sperare εκφώνηση sperare [it]
  • ballare εκφώνηση ballare [it]
  • cucinare εκφώνηση cucinare [it]
  • designare εκφώνηση designare [la]
  • vuotare εκφώνηση vuotare [it]
  • modificare εκφώνηση modificare [la]
  • cantare εκφώνηση cantare [it]
  • scopare εκφώνηση scopare [it]
  • risorgere εκφώνηση risorgere [it]
  • uscire εκφώνηση uscire [it]
  • andare εκφώνηση andare [it]
  • accusare εκφώνηση accusare [la]
  • coerente εκφώνηση coerente [pt]
  • scorgere εκφώνηση scorgere [it]
  • compiere εκφώνηση compiere [it]
  • fondare εκφώνηση fondare [it]
  • guadagnare εκφώνηση guadagnare [it]
  • sedere εκφώνηση sedere [it]
  • abbagliare εκφώνηση abbagliare [it]
  • sprecare εκφώνηση sprecare [it]
  • rivolgersi εκφώνηση rivolgersi [it]
  • accontentarsi εκφώνηση accontentarsi [it]
  • smettere εκφώνηση smettere [it]
  • rievocare εκφώνηση rievocare [it]
  • consumarsi εκφώνηση consumarsi [it]
  • permeare εκφώνηση permeare [it]