Πώς να προφέρετε allow

στα:
προφορά της λέξης allow στα Αγγλικά [en]
əˈlaʊ
    American
  • allow εκφώνηση Εκφώνηση από griffeblanche (Γυναίκα από Ηνωμένες Πολιτείες)

    14 ψήφοι Καλή Κακή

    Πρόσθεσε στα προτιμώμενα

    Ανατήστε το MP3

  • allow εκφώνηση Εκφώνηση από Kaji (Άνδρας από Ηνωμένες Πολιτείες)

    6 ψήφοι Καλή Κακή

    Πρόσθεσε στα προτιμώμενα

    Ανατήστε το MP3

  • allow εκφώνηση Εκφώνηση από rdbedsole (Άνδρας από Ηνωμένες Πολιτείες)

    2 ψήφοι Καλή Κακή

    Πρόσθεσε στα προτιμώμενα

    Ανατήστε το MP3

  • allow εκφώνηση Εκφώνηση από rodent (Άνδρας από Ηνωμένες Πολιτείες)

    1 ψήφοι Καλή Κακή

    Πρόσθεσε στα προτιμώμενα

    Ανατήστε το MP3

  • allow εκφώνηση Εκφώνηση από NipponJapan (Άνδρας από Ηνωμένες Πολιτείες)

    0 ψήφοι Καλή Κακή

    Πρόσθεσε στα προτιμώμενα

    Ανατήστε το MP3

  • British
  • allow εκφώνηση Εκφώνηση από cathflurry (Γυναίκα από Ηνωμένο Βασίλειο)

    5 ψήφοι Καλή Κακή

    Πρόσθεσε στα προτιμώμενα

    Ανατήστε το MP3

  • allow εκφώνηση Εκφώνηση από BritishEnglish (Άνδρας από Ηνωμένο Βασίλειο)

    1 ψήφοι Καλή Κακή

    Πρόσθεσε στα προτιμώμενα

    Ανατήστε το MP3

  • Other
  • allow εκφώνηση Εκφώνηση από Neptunium (Άνδρας από Αυστραλία)

    0 ψήφοι Καλή Κακή

    Πρόσθεσε στα προτιμώμενα

    Ανατήστε το MP3

Μπορείτε να το εκφωνήσετε καλύτερα; με διαφορετική προφορά/προσωδία/διάλεκτο; Προφέρετε την λέξη allow στα Αγγλικά

Phrases
  • allow example in a phrase

    • Close the door quickly. The cat is not allowed out.

      Close the door quickly. The cat is not allowed out. εκφώνηση Εκφώνηση από lisa4 (Γυναίκα από Ηνωμένες Πολιτείες)
    • Close the door quickly. The cat is not allowed out.

      Close the door quickly. The cat is not allowed out. εκφώνηση Εκφώνηση από jareko999 (Άνδρας από Ηνωμένες Πολιτείες)
    • I must not allow myself to indulge

      I must not allow myself to indulge εκφώνηση Εκφώνηση από hellahyacinth (Γυναίκα από Ηνωμένες Πολιτείες)
Definition - Synonyms
  • Definition of allow

    • make it possible through a specific action or lack of action for something to happen
    • consent to, give permission
    • let have
  • Synonyms of allow

    • tolerate εκφώνηση tolerate [en]
    • endure εκφώνηση endure [en]
    • bear εκφώνηση bear [en]
    • indulge εκφώνηση indulge [en]
    • put up with εκφώνηση put up with [en]
    • suffer εκφώνηση suffer [en]
    • humour εκφώνηση humour [en]
    • let εκφώνηση let [en]
    • permit εκφώνηση permit [en]
    • stand for εκφώνηση stand for [en]

Προφορές & γλώσσες στον χάρτη

Τυχαία λέξη: catthreebananabookTuesday