Πώς να προφέρετε assault

στα:
προφορά της λέξης assault στα Αγγλικά [en]
əˈsɔːlt
    American
  • assault εκφώνηση Εκφώνηση από falconfling (Άνδρας από Ηνωμένες Πολιτείες)

    4 ψήφοι Καλή Κακή

    Πρόσθεσε στα προτιμώμενα

    Ανατήστε το MP3

  • assault εκφώνηση Εκφώνηση από ijarritos (Άνδρας από Ηνωμένες Πολιτείες)

    0 ψήφοι Καλή Κακή

    Πρόσθεσε στα προτιμώμενα

    Ανατήστε το MP3

  • British
  • assault εκφώνηση Εκφώνηση από maidofkent (Γυναίκα από Ηνωμένο Βασίλειο)

    1 ψήφοι Καλή Κακή

    Πρόσθεσε στα προτιμώμενα

    Ανατήστε το MP3

Μπορείτε να το εκφωνήσετε καλύτερα; με διαφορετική προφορά/προσωδία/διάλεκτο; Προφέρετε την λέξη assault στα Αγγλικά

Phrases
  • assault example in a phrase

    • He was convicted of assault after attacking four men at a bar

      He was convicted of assault after attacking four men at a bar εκφώνηση Εκφώνηση από LordofDisorder (Άνδρας από Ηνωμένες Πολιτείες)
    • aggravated assault

      aggravated assault εκφώνηση Εκφώνηση από eacohen (Γυναίκα από Ηνωμένες Πολιτείες)
Definition - Synonyms
  • Definition of assault

    • close fighting during the culmination of a military attack
    • a threatened or attempted physical attack by someone who appears to be able to cause bodily harm if not stopped
    • thoroughbred that won the triple crown in 1946
  • Synonyms of assault

    • raid εκφώνηση raid [en]
    • invasion εκφώνηση invasion [en]
    • onslaught εκφώνηση onslaught [en]
    • offensive εκφώνηση offensive [en]
    • combat εκφώνηση combat [en]
    • rape εκφώνηση rape [en]
    • attack εκφώνηση attack [en]
    • molest εκφώνηση molest [en]
    • storming
    • ravish (formal)

Προφορές & γλώσσες στον χάρτη

Τυχαία λέξη: workvaselanguagestupidand