Πώς να προφέρετε permitted

Filter language and accent
filter
προφορά της λέξης permitted στα Αγγλικά [en]
Φωνητική αναπαράσταση:  pəˈmɪtɪd
    Προφορά: Βρετανική Προφορά: Βρετανική
  • permitted εκφώνηση
    Εκφώνηση από TopQuark (Άνδρας από Ηνωμένο Βασίλειο) Άνδρας από Ηνωμένο Βασίλειο
    Εκφώνηση από  TopQuark

    User information

    2 ψήφοι Καλή Κακή

    Προσθήκη στα αγαπημένα

    Καταβάστε το MP3

    Αναφορά
    Προφορά: Αμερικανική Προφορά: Αμερικανική
  • permitted εκφώνηση
    Εκφώνηση από trreuiotue (Άνδρας από Ηνωμένες Πολιτείες) Άνδρας από Ηνωμένες Πολιτείες
    Εκφώνηση από  trreuiotue

    User information

    2 ψήφοι Καλή Κακή

    Προσθήκη στα αγαπημένα

    Καταβάστε το MP3

    Αναφορά
  • permitted εκφώνηση
    Εκφώνηση από mmdills22 (Γυναίκα από Ηνωμένες Πολιτείες) Γυναίκα από Ηνωμένες Πολιτείες
    Εκφώνηση από  mmdills22

    User information

    2 ψήφοι Καλή Κακή

    Προσθήκη στα αγαπημένα

    Καταβάστε το MP3

    Αναφορά
  • permitted εκφώνηση
    Εκφώνηση από excellentindividual (Άνδρας από Ηνωμένες Πολιτείες) Άνδρας από Ηνωμένες Πολιτείες
    Εκφώνηση από  excellentindividual

    User information

    0 ψήφοι Καλή Κακή

    Προσθήκη στα αγαπημένα

    Καταβάστε το MP3

    Αναφορά
    Προφορά: Άλλη
  • permitted εκφώνηση
    Εκφώνηση από notjered (Άνδρας από Καναδάς) Άνδρας από Καναδάς
    Εκφώνηση από  notjered

    User information

    0 ψήφοι Καλή Κακή

    Προσθήκη στα αγαπημένα

    Καταβάστε το MP3

    Αναφορά
Φράσεις
  • παράδειγμα της λέξης permitted σε μια φραση

Ορισμός - Συνώνυμσ
  • Ορισμός της λέξης permitted

    • a legal document giving official permission to do something
    • the act of giving a formal (usually written) authorization
    • large game fish; found in waters of the West Indies
  • Συνώνυμα της λέξης permitted

    • accessible εκφώνηση
      accessible [en]
    • open εκφώνηση
      open [en]
    • available εκφώνηση
      available [en]
    • allowable εκφώνηση
      allowable [en]
    • free εκφώνηση
      free [en]
    • public εκφώνηση
      public [en]
    • unrestricted εκφώνηση
      unrestricted [en]
    • authorized εκφώνηση
      authorized [en]
    • approved εκφώνηση
      approved [en]
    • allowed εκφώνηση
      allowed [en]

Μπορείτε να το εκφωνήσετε καλύτερα; με διαφορετική προφορά/προσωδία/διάλεκτο; Προφέρετε τη λέξη permitted στα Αγγλικά

Προφορές & γλώσσες στον χάρτη

Τυχαίες λέξεις: SconenauseaauburnAmericaGermany