Πώς να προφέρετε pharmacist

στα:
προφορά της λέξης pharmacist στα Αγγλικά [en]
ˈfɑːməsɪst
    American
  • pharmacist εκφώνηση Εκφώνηση από wkshimself (Άνδρας από Ηνωμένες Πολιτείες)

    2 ψήφοι Καλή Κακή

    Πρόσθεσε στα προτιμώμενα

    Ανατήστε το MP3

  • pharmacist εκφώνηση Εκφώνηση από AsDoTheDrones (Άνδρας από Ηνωμένες Πολιτείες)

    1 ψήφοι Καλή Κακή

    Πρόσθεσε στα προτιμώμενα

    Ανατήστε το MP3

  • pharmacist εκφώνηση Εκφώνηση από Atalina (Γυναίκα από Ηνωμένες Πολιτείες)

    0 ψήφοι Καλή Κακή

    Πρόσθεσε στα προτιμώμενα

    Ανατήστε το MP3

  • pharmacist εκφώνηση Εκφώνηση από SeanMauch (Άνδρας από Ηνωμένες Πολιτείες)

    0 ψήφοι Καλή Κακή

    Πρόσθεσε στα προτιμώμενα

    Ανατήστε το MP3

  • pharmacist εκφώνηση Εκφώνηση από thinkerdreamer (Γυναίκα από Ηνωμένες Πολιτείες)

    -1 ψήφοι Καλή Κακή

    Πρόσθεσε στα προτιμώμενα

    Ανατήστε το MP3

  • British
  • pharmacist εκφώνηση Εκφώνηση από paperlilies (Γυναίκα από Ηνωμένο Βασίλειο)

    0 ψήφοι Καλή Κακή

    Πρόσθεσε στα προτιμώμενα

    Ανατήστε το MP3

  • pharmacist εκφώνηση Εκφώνηση από callmeangel (Γυναίκα από Ηνωμένο Βασίλειο)

    0 ψήφοι Καλή Κακή

    Πρόσθεσε στα προτιμώμενα

    Ανατήστε το MP3

  • pharmacist εκφώνηση Εκφώνηση από TopQuark (Άνδρας από Ηνωμένο Βασίλειο)

    0 ψήφοι Καλή Κακή

    Πρόσθεσε στα προτιμώμενα

    Ανατήστε το MP3

  • Other
  • pharmacist εκφώνηση Εκφώνηση από JOE91 (Άνδρας από Αυστραλία)

    0 ψήφοι Καλή Κακή

    Πρόσθεσε στα προτιμώμενα

    Ανατήστε το MP3

Μπορείτε να το εκφωνήσετε καλύτερα; με διαφορετική προφορά/προσωδία/διάλεκτο; Προφέρετε την λέξη pharmacist στα Αγγλικά

Phrases
  • pharmacist example in a phrase

    • The pharmacist swallowed them

      The pharmacist swallowed them εκφώνηση Εκφώνηση από auduende (Γυναίκα από Ηνωμένες Πολιτείες)
    • The pharmacist said in about two weeks he'll be too weak even to open his bottle of Viagra.

      The pharmacist said in about two weeks he'll be too weak even to open his bottle of Viagra. εκφώνηση Εκφώνηση από jpember (Άνδρας από Ηνωμένες Πολιτείες)
Definition
  • Definition of pharmacist

    • a health professional trained in the art of preparing and dispensing drugs

Προφορές & γλώσσες στον χάρτη

Τυχαία λέξη: GermanyWikipediaEnglandonecar