Πώς να προφέρετε saturated

προφορά της λέξης saturated στα Αγγλικά [en]
Φωνητική αναπαράσταση:  ˈsætʃəreɪtɪd
    Προφορά: Βρετανική Προφορά: Βρετανική
  • saturated εκφώνηση
    Εκφώνηση από TopQuark (Άνδρας από Ηνωμένο Βασίλειο) Άνδρας από Ηνωμένο Βασίλειο
    Εκφώνηση από  TopQuark

    User information

    0 ψήφοι Καλή Κακή

    Προσθήκη στα αγαπημένα

    Καταβάστε το MP3

    Αναφορά
    Προφορά: Αμερικανική Προφορά: Αμερικανική
  • saturated εκφώνηση
    Εκφώνηση από Pistachio (Γυναίκα από Ηνωμένες Πολιτείες) Γυναίκα από Ηνωμένες Πολιτείες
    Εκφώνηση από  Pistachio

    User information

    4 ψήφοι Καλή Κακή

    Προσθήκη στα αγαπημένα

    Καταβάστε το MP3

    Αναφορά
  • saturated εκφώνηση
    Εκφώνηση από floridagirl (Γυναίκα από Ηνωμένες Πολιτείες) Γυναίκα από Ηνωμένες Πολιτείες
    Εκφώνηση από  floridagirl

    User information

    1 ψήφοι Καλή Κακή

    Προσθήκη στα αγαπημένα

    Καταβάστε το MP3

    Αναφορά
  • saturated εκφώνηση
    Εκφώνηση από mightymouse (Άνδρας από Ηνωμένες Πολιτείες) Άνδρας από Ηνωμένες Πολιτείες
    Εκφώνηση από  mightymouse

    User information

    0 ψήφοι Καλή Κακή

    Προσθήκη στα αγαπημένα

    Καταβάστε το MP3

    Αναφορά
    Προφορά: Άλλη
  • saturated εκφώνηση
    Εκφώνηση από ntamadb (Άνδρας από Καναδάς) Άνδρας από Καναδάς
    Εκφώνηση από  ntamadb

    1 ψήφοι Καλή Κακή

    Προσθήκη στα αγαπημένα

    Καταβάστε το MP3

    Αναφορά
  • saturated εκφώνηση
    Εκφώνηση από amalofi (Άνδρας από Αυστραλία) Άνδρας από Αυστραλία
    Εκφώνηση από  amalofi

    User information

    0 ψήφοι Καλή Κακή

    Προσθήκη στα αγαπημένα

    Καταβάστε το MP3

    Αναφορά
Φράσεις
  • παράδειγμα της λέξης saturated σε μια φραση

    • Saturated in blood

      Saturated in blood εκφώνηση
      Εκφώνηση από erickasimpson (Γυναίκα από Ηνωμένες Πολιτείες)
Ορισμός - Συνώνυμσ
  • Ορισμός της λέξης saturated

    • being the most concentrated solution possible at a given temperature; unable to dissolve still more of a substance
    • used especially of organic compounds; having all available valence bonds filled
    • (of color) being chromatically pure; not diluted with white or grey or black
  • Συνώνυμα της λέξης saturated

    • soaked εκφώνηση
      soaked [en]
    • wet εκφώνηση
      wet [en]
    • drenched εκφώνηση
      drenched [en]
    • dripping εκφώνηση
      dripping [en]
    • moistened εκφώνηση
      moistened [en]
    • damp εκφώνηση
      damp [en]
    • watery εκφώνηση
      watery [en]
    • teeming εκφώνηση
      teeming [en]
    • big εκφώνηση
      big [en]
    • full εκφώνηση
      full [en]

Τυχαίες λέξεις: advertisementdecadencegraduatedcomfortableonion