Πώς να προφέρετε supplied

Προσθέστε κατηγορίες στην λέξη supplied

προφορά της λέξης supplied στα Αγγλικά [en]
səˈplaɪd
    British
  • supplied εκφώνηση Εκφώνηση από TopQuark (Άνδρας από Ηνωμένο Βασίλειο)

    1 ψήφοι Καλή Κακή

    Πρόσθεσε στα προτιμώμενα

    Ανατήστε το MP3

  • supplied εκφώνηση Εκφώνηση από x_WoofyWoo_x (Γυναίκα από Ηνωμένο Βασίλειο)

    0 ψήφοι Καλή Κακή

    Πρόσθεσε στα προτιμώμενα

    Ανατήστε το MP3

  • American
  • supplied εκφώνηση Εκφώνηση από shaylindra (Γυναίκα από Ηνωμένες Πολιτείες)

    0 ψήφοι Καλή Κακή

    Πρόσθεσε στα προτιμώμενα

    Ανατήστε το MP3

Μπορείτε να το εκφωνήσετε καλύτερα; με διαφορετική προφορά/προσωδία/διάλεκτο; Προφέρετε την λέξη supplied στα Αγγλικά

Definition - Synonyms
  • Definition of supplied

    • an amount of something available for use
    • offering goods and services for sale
    • the activity of supplying or providing something
  • Synonyms of supplied

    • given εκφώνηση given [en]
    • equipped εκφώνηση equipped [en]
    • provided εκφώνηση provided [en]
    • rigged εκφώνηση rigged [en]
    • endowed εκφώνηση endowed [en]
    • included εκφώνηση included [en]
    • outfitted

Προφορές & γλώσσες στον χάρτη

Τυχαία λέξη: cuntbeenbuttercouponalthough