Κατηγορία:

know

Εγγραφείτε στις προφορές στα know

  • wie εκφώνηση wie [de]
  • Ken εκφώνηση Ken [en]
  • känner εκφώνηση känner [sv]
  • wiedzieć εκφώνηση wiedzieć [pl]
  • מכיר εκφώνηση מכיר [he]
  • alam εκφώνηση alam [tl]
  • wiem εκφώνηση wiem [pl]
  • wiedziałem εκφώνηση wiedziałem [pl]
  • ammo εκφώνηση ammo [en]
  • יודע εκφώνηση יודע [he]
  • znać εκφώνηση znać [pl]
  • יודעים εκφώνηση יודעים [he]
  • vetti εκφώνηση vetti [sa]
  • wot εκφώνηση wot [tlh]
  • kila εκφώνηση kila [sv]
  • wiecie εκφώνηση wiecie [pl]
  • יודעת εκφώνηση יודעת [he]
  • znam εκφώνηση znam [pl]
  • tietämään εκφώνηση tietämään [fi]
  • znał εκφώνηση znał [pl]
  • wiesz εκφώνηση wiesz [pl]
  • znasz εκφώνηση znasz [pl]
  • نتعرف εκφώνηση نتعرف [ar]
  • wiedzą εκφώνηση wiedzą [pl]
  • wiemy εκφώνηση wiemy [pl]
  • witan εκφώνηση witan [en]
  • ǁxae εκφώνηση ǁxae [ngh]
  • 궁금해요 εκφώνηση 궁금해요 [ko]
  • wiedzieli εκφώνηση wiedzieli [pl]
  • znając εκφώνηση znając [pl]
  • wiedziały - wiedzieli εκφώνηση wiedziały - wiedzieli [pl]
  • wiedziały εκφώνηση wiedziały [pl]
  • znałem εκφώνηση znałem [pl]