Κατηγορία:

smallness

Εγγραφείτε στις προφορές στα smallness

  • minute εκφώνηση minute [en]
  • thin εκφώνηση thin [en]
  • narrow εκφώνηση narrow [en]
  • petite εκφώνηση petite [en]
  • wither εκφώνηση wither [en]
  • sketch εκφώνηση sketch [en]
  • brief εκφώνηση brief [en]
  • reduce εκφώνηση reduce [en]
  • extract εκφώνηση extract [en]
  • condensation εκφώνηση condensation [en]
  • diminutive εκφώνηση diminutive [en]
  • summary εκφώνηση summary [en]
  • dwindle εκφώνηση dwindle [en]
  • collapse εκφώνηση collapse [en]
  • contraction εκφώνηση contraction [en]
  • attenuate εκφώνηση attenuate [en]
  • digest εκφώνηση digest [en]
  • tense εκφώνηση tense [en]
  • diminish εκφώνηση diminish [en]
  • mini εκφώνηση mini [en]
  • synopsis εκφώνηση synopsis [en]
  • deflation εκφώνηση deflation [en]
  • elision εκφώνηση elision [en]
  • mote εκφώνηση mote [en]
  • shave εκφώνηση shave [en]
  • abridgment εκφώνηση abridgment [en]
  • compress εκφώνηση compress [en]
  • shortened εκφώνηση shortened [en]
  • pygmy εκφώνηση pygmy [en]
  • midget εκφώνηση midget [en]
  • capitulation εκφώνηση capitulation [en]
  • wee εκφώνηση wee [en]
  • pare εκφώνηση pare [en]
  • squeeze εκφώνηση squeeze [en]
  • lessening εκφώνηση lessening [en]
  • pinch εκφώνηση pinch [en]
  • aperçu εκφώνηση aperçu [fr]
  • shrunk εκφώνηση shrunk [en]
  • trim εκφώνηση trim [en]
  • lessen εκφώνηση lessen [en]
  • teensy-weensy εκφώνηση teensy-weensy [en]
  • shrink εκφώνηση shrink [en]
  • astringent εκφώνηση astringent [en]
  • tighten εκφώνηση tighten [en]
  • condense εκφώνηση condense [en]
  • shortening εκφώνηση shortening [en]
  • attenuation εκφώνηση attenuation [en]
  • clipping εκφώνηση clipping [en]
  • shear εκφώνηση shear [en]
  • nutshell εκφώνηση nutshell [en]
  • wane εκφώνηση wane [en]
  • teeny-weeny εκφώνηση teeny-weeny [en]
  • reduction εκφώνηση reduction [en]
  • constrict εκφώνηση constrict [en]
  • inferiority εκφώνηση inferiority [en]
  • diminution εκφώνηση diminution [en]
  • truncation εκφώνηση truncation [en]
  • shorten εκφώνηση shorten [en]
  • cramp εκφώνηση cramp [en]
  • shrinkage εκφώνηση shrinkage [en]
  • precis εκφώνηση precis [en]
  • decreasing εκφώνηση decreasing [en]
  • pint-sized εκφώνηση pint-sized [en]
  • squeezing εκφώνηση squeezing [en]
  • clench εκφώνηση clench [en]
  • compression εκφώνηση compression [en]
  • smidgeon εκφώνηση smidgeon [en]
  • ebb εκφώνηση ebb [en]
  • strangulated εκφώνηση strangulated [en]
  • stunted εκφώνηση stunted [en]
  • constriction εκφώνηση constriction [en]
  • emaciation εκφώνηση emaciation [en]
  • lilliputian εκφώνηση lilliputian [en]
  • waning εκφώνηση waning [en]
  • on a sixpence εκφώνηση on a sixpence [en]
  • wizened εκφώνηση wizened [en]
  • diminishing εκφώνηση diminishing [en]
  • compressible εκφώνηση compressible [en]
  • contracted εκφώνηση contracted [en]
  • skosh εκφώνηση skosh [en]
  • smithereen εκφώνηση smithereen [en]
  • shrinking εκφώνηση shrinking [en]
  • contracting εκφώνηση contracting [en]
  • summation εκφώνηση summation [en]
  • lopping εκφώνηση lopping [en]
  • decrement εκφώνηση decrement [en]
  • constringe εκφώνηση constringe [en]
  • roundup εκφώνηση roundup [en]
  • smidge εκφώνηση smidge [en]
  • lopped εκφώνηση lopped [en]
  • unexpanded εκφώνηση unexpanded [en]
  • compaction εκφώνηση compaction [en]
  • initialism εκφώνηση initialism [en]
  • deflating εκφώνηση deflating [en]
  • diminishment εκφώνηση diminishment [en]
  • compendium εκφώνηση compendium [en]
  • narrowing εκφώνηση narrowing [en]
  • undersized εκφώνηση undersized [en]
  • pigmy εκφώνηση pigmy [en]
  • bantam εκφώνηση bantam [en]