• vivi εκφώνηση vivi [pt]
  • excuse (verb) εκφώνηση excuse (verb) [en]
  • plagiarise εκφώνηση plagiarise [en]
  • clamâ εκφώνηση clamâ [fur]
  • fevelâ εκφώνηση fevelâ [fur]
  • gjoldi εκφώνηση gjoldi [fur]
  • bevi εκφώνηση bevi [it]
  • taiâ εκφώνηση taiâ [fur]
  • scrivi εκφώνηση scrivi [it]
  • murî εκφώνηση murî [fur]
  • tradusi εκφώνηση tradusi [fur]
  • mangjâ εκφώνηση mangjâ [fur]
  • hrăni εκφώνηση hrăni [ro]
  • mähen εκφώνηση mähen [de]
  • keifen εκφώνηση keifen [de]
  • schinden εκφώνηση schinden [de]
  • dranbleiben εκφώνηση dranbleiben [de]
  • erhaschen εκφώνηση erhaschen [de]
  • verschärfen εκφώνηση verschärfen [de]
  • verkrümeln εκφώνηση verkrümeln [de]
  • einnisten εκφώνηση einnisten [de]
  • kneten εκφώνηση kneten [de]
  • anstaunen εκφώνηση anstaunen [de]
  • enttarnen εκφώνηση enttarnen [de]
  • erpressen εκφώνηση erpressen [de]
  • besinnen εκφώνηση besinnen [de]
  • umklammern εκφώνηση umklammern [de]
  • ausstreuen εκφώνηση ausstreuen [de]
  • anfunkeln εκφώνηση anfunkeln [de]
  • aufbäumen εκφώνηση aufbäumen [de]