Πώς να προφέρετε immunity

Filter language and accent
filter
προφορά της λέξης immunity στα Αγγλικά [en]
Φωνητική αναπαράσταση:  ɪˈmjuːnɪti
    Προφορά: Βρετανική Προφορά: Βρετανική
  • immunity εκφώνηση
    Εκφώνηση από TopQuark (Άνδρας από Ηνωμένο Βασίλειο) Άνδρας από Ηνωμένο Βασίλειο
    Εκφώνηση από  TopQuark

    User information

    2 ψήφοι Καλή Κακή

    Προσθήκη στα αγαπημένα

    Καταβάστε το MP3

    Αναφορά
  • immunity εκφώνηση
    Εκφώνηση από harbour1971 (Γυναίκα από Ηνωμένο Βασίλειο) Γυναίκα από Ηνωμένο Βασίλειο
    Εκφώνηση από  harbour1971

    User information

    0 ψήφοι Καλή Κακή

    Προσθήκη στα αγαπημένα

    Καταβάστε το MP3

    Αναφορά
    Προφορά: Αμερικανική Προφορά: Αμερικανική
  • immunity εκφώνηση
    Εκφώνηση από wordfactory (Γυναίκα από Ηνωμένες Πολιτείες) Γυναίκα από Ηνωμένες Πολιτείες
    Εκφώνηση από  wordfactory

    User information

    4 ψήφοι Καλή Κακή

    Προσθήκη στα αγαπημένα

    Καταβάστε το MP3

    Αναφορά
  • immunity εκφώνηση
    Εκφώνηση από snowcrocus (Γυναίκα από Ηνωμένες Πολιτείες) Γυναίκα από Ηνωμένες Πολιτείες
    Εκφώνηση από  snowcrocus

    User information

    1 ψήφοι Καλή Κακή

    Προσθήκη στα αγαπημένα

    Καταβάστε το MP3

    Αναφορά
  • immunity εκφώνηση
    Εκφώνηση από elliottdaniel (Άνδρας από Ηνωμένες Πολιτείες) Άνδρας από Ηνωμένες Πολιτείες
    Εκφώνηση από  elliottdaniel

    User information

    0 ψήφοι Καλή Κακή

    Προσθήκη στα αγαπημένα

    Καταβάστε το MP3

    Αναφορά
  • immunity εκφώνηση
    Εκφώνηση από jences (Γυναίκα από Ηνωμένες Πολιτείες) Γυναίκα από Ηνωμένες Πολιτείες
    Εκφώνηση από  jences

    User information

    0 ψήφοι Καλή Κακή

    Προσθήκη στα αγαπημένα

    Καταβάστε το MP3

    Αναφορά
Φράσεις
  • παράδειγμα της λέξης immunity σε μια φραση

    • innate immunity

      innate immunity εκφώνηση
      Εκφώνηση από LFW101 (Άνδρας από Ηνωμένες Πολιτείες)
Ορισμός - Συνώνυμσ
  • Ορισμός της λέξης immunity

    • the state of not being susceptible
    • (medicine) the condition in which an organism can resist disease
    • the quality of being unaffected by something
  • Συνώνυμα της λέξης immunity

    • impunity εκφώνηση
      impunity [en]
    • licence εκφώνηση
      licence [en]
    • prerogative εκφώνηση
      prerogative [en]
    • privilege εκφώνηση
      privilege [en]
    • right εκφώνηση
      right [en]
    • charter εκφώνηση
      charter [en]
    • liberty εκφώνηση
      liberty [en]
    • constitution εκφώνηση
      constitution [en]
    • contract εκφώνηση
      contract [en]
    • guaranty (law)

Μπορείτε να το εκφωνήσετε καλύτερα; με διαφορετική προφορά/προσωδία/διάλεκτο; Προφέρετε τη λέξη immunity στα Αγγλικά

Προφορές & γλώσσες στον χάρτη

Τυχαίες λέξεις: caughtroutemountainbeautifulcan't