Πώς να προφέρετε innocence

Filter language and accent
filter
προφορά της λέξης innocence στα Αγγλικά [en]
    Προφορά: Βρετανική Προφορά: Βρετανική
  • innocence εκφώνηση
    Εκφώνηση από x_WoofyWoo_x (Γυναίκα από Ηνωμένο Βασίλειο) Γυναίκα από Ηνωμένο Βασίλειο
    Εκφώνηση από  x_WoofyWoo_x

    4 ψήφοι Καλή Κακή

    Προσθήκη στα αγαπημένα

    Καταβάστε το MP3

    Αναφορά
  • innocence εκφώνηση
    Εκφώνηση από EdwinWalker (Άνδρας από Ηνωμένο Βασίλειο) Άνδρας από Ηνωμένο Βασίλειο
    Εκφώνηση από  EdwinWalker

    User information

    0 ψήφοι Καλή Κακή

    Προσθήκη στα αγαπημένα

    Καταβάστε το MP3

    Αναφορά
    Προφορά: Αμερικανική Προφορά: Αμερικανική
  • innocence εκφώνηση
    Εκφώνηση από ballena (Γυναίκα από Ηνωμένες Πολιτείες) Γυναίκα από Ηνωμένες Πολιτείες
    Εκφώνηση από  ballena

    User information

    0 ψήφοι Καλή Κακή

    Προσθήκη στα αγαπημένα

    Καταβάστε το MP3

    Αναφορά
  • innocence εκφώνηση
    Εκφώνηση από jpember (Άνδρας από Ηνωμένες Πολιτείες) Άνδρας από Ηνωμένες Πολιτείες
    Εκφώνηση από  jpember

    User information

    0 ψήφοι Καλή Κακή

    Προσθήκη στα αγαπημένα

    Καταβάστε το MP3

    Αναφορά
Φράσεις
Ορισμός
  • Ορισμός της λέξης innocence

    • the quality of innocent naivete
    • the state of being unsullied by sin or moral wrong; lacking a knowledge of evil
    • a state or condition of being innocent of a specific crime or offense

Μπορείτε να το εκφωνήσετε καλύτερα; με διαφορετική προφορά/προσωδία/διάλεκτο; Προφέρετε τη λέξη innocence στα Αγγλικά

προφορά της λέξης innocence στα Γαλλικά [fr]
  • innocence εκφώνηση
    Εκφώνηση από spl0uf (Άνδρας από Γαλλία) Άνδρας από Γαλλία
    Εκφώνηση από  spl0uf

    User information

    0 ψήφοι Καλή Κακή

    Προσθήκη στα αγαπημένα

    Καταβάστε το MP3

    Αναφορά
Φράσεις
  • παράδειγμα της λέξης innocence σε μια φραση

Ορισμός - Συνώνυμσ
  • Ορισμός της λέξης innocence

    • état de ce qui est innocent, pur, vierge, qui n'est pas souillé par le mal
    • état d'un personne qui n'est pas coupable de ce dont on la soupçonne
    • qualité d'une personne qui est incapable de faire du mal sciemment, qui ignore le mal
  • Συνώνυμα της λέξης innocence

Μπορείτε να το εκφωνήσετε καλύτερα; με διαφορετική προφορά/προσωδία/διάλεκτο; Προφέρετε τη λέξη innocence στα Γαλλικά

Προφορές & γλώσσες στον χάρτη

Τυχαίες λέξεις: WikipediaEnglandonecarhave