Πώς να προφέρετε low

στα:
προφορά της λέξης low στα Αγγλικά [en]
ləʊ
    American
  • low εκφώνηση Εκφώνηση από lumos (Γυναίκα από Ηνωμένες Πολιτείες)

    7 ψήφοι Καλή Κακή

    Πρόσθεσε στα προτιμώμενα

    Ανατήστε το MP3

  • low εκφώνηση Εκφώνηση από kstone11 (Άνδρας από Ηνωμένες Πολιτείες)

    1 ψήφοι Καλή Κακή

    Πρόσθεσε στα προτιμώμενα

    Ανατήστε το MP3

  • low εκφώνηση Εκφώνηση από rxcello (Άνδρας από Ηνωμένες Πολιτείες)

    0 ψήφοι Καλή Κακή

    Πρόσθεσε στα προτιμώμενα

    Ανατήστε το MP3

  • British
  • low εκφώνηση Εκφώνηση από mooncow (Άνδρας από Ηνωμένο Βασίλειο)

    6 ψήφοι Καλή Κακή

    Πρόσθεσε στα προτιμώμενα

    Ανατήστε το MP3

  • low εκφώνηση Εκφώνηση από HappyHappy (Γυναίκα από Ηνωμένο Βασίλειο)

    0 ψήφοι Καλή Κακή

    Πρόσθεσε στα προτιμώμενα

    Ανατήστε το MP3

  • low εκφώνηση Εκφώνηση από Willowx (Γυναίκα από Ηνωμένο Βασίλειο)

    0 ψήφοι Καλή Κακή

    Πρόσθεσε στα προτιμώμενα

    Ανατήστε το MP3

  • Other
  • low εκφώνηση Εκφώνηση από Neptunium (Άνδρας από Αυστραλία)

    1 ψήφοι Καλή Κακή

    Πρόσθεσε στα προτιμώμενα

    Ανατήστε το MP3

  • low εκφώνηση Εκφώνηση από JOE91 (Άνδρας από Αυστραλία)

    0 ψήφοι Καλή Κακή

    Πρόσθεσε στα προτιμώμενα

    Ανατήστε το MP3

Μπορείτε να το εκφωνήσετε καλύτερα; με διαφορετική προφορά/προσωδία/διάλεκτο; Προφέρετε την λέξη low στα Αγγλικά

Phrases
  • low example in a phrase

    • The low paid workers worked very hard in the sweatshop.

      The low paid workers worked very hard in the sweatshop. εκφώνηση Εκφώνηση από Huggleburger (Άνδρας από Ηνωμένο Βασίλειο)
    • Human rights were at an all time low owing to the oppressiveness of the totalitarian regime.

      Human rights were at an all time low owing to the oppressiveness of the totalitarian regime. εκφώνηση Εκφώνηση από scoobville (Άνδρας από Ηνωμένο Βασίλειο)
Definition - Synonyms
  • Definition of low

    • an air mass of lower pressure; often brings precipitation
    • British political cartoonist (born in New Zealand) who created the character Colonel Blimp (1891-1963)
    • a low level or position or degree
  • Synonyms of low

    • cheaply εκφώνηση cheaply [en]
    • inexpensively εκφώνηση inexpensively [en]
    • lowborn εκφώνηση lowborn [en]
    • lowly εκφώνηση lowly [en]
    • base εκφώνηση base [en]
    • plebeian εκφώνηση plebeian [en]
    • poor εκφώνηση poor [en]
    • meek εκφώνηση meek [en]
    • humble εκφώνηση humble [en]
    • plain εκφώνηση plain [en]

Προφορές & γλώσσες στον χάρτη

Τυχαία λέξη: workvaselanguagestupidand