Πώς να προφέρετε passport

προφορά της λέξης passport στα Αγγλικά [en]
ˈpɑːspɔːt
    Other
  • passport εκφώνηση Εκφώνηση από fordum (Γυναίκα από Αυστραλία)

    3 ψήφοι Καλή Κακή

    Πρόσθεσε στα προτιμώμενα

    Ανατήστε το MP3

  • American
  • passport εκφώνηση Εκφώνηση από anakat (Γυναίκα από Ηνωμένες Πολιτείες)

    2 ψήφοι Καλή Κακή

    Πρόσθεσε στα προτιμώμενα

    Ανατήστε το MP3

  • passport εκφώνηση Εκφώνηση από kavindad1 (Άνδρας από Ηνωμένες Πολιτείες)

    2 ψήφοι Καλή Κακή

    Πρόσθεσε στα προτιμώμενα

    Ανατήστε το MP3

  • British
  • passport εκφώνηση Εκφώνηση από TopQuark (Άνδρας από Ηνωμένο Βασίλειο)

    2 ψήφοι Καλή Κακή

    Πρόσθεσε στα προτιμώμενα

    Ανατήστε το MP3

  • passport εκφώνηση Εκφώνηση από Poor_Speaker (Άνδρας από Ηνωμένο Βασίλειο)

    0 ψήφοι Καλή Κακή

    Πρόσθεσε στα προτιμώμενα

    Ανατήστε το MP3

  • passport εκφώνηση Εκφώνηση από istob (Άνδρας από Ηνωμένο Βασίλειο)

    0 ψήφοι Καλή Κακή

    Πρόσθεσε στα προτιμώμενα

    Ανατήστε το MP3

Μπορείτε να το εκφωνήσετε καλύτερα; με διαφορετική προφορά/προσωδία/διάλεκτο; Προφέρετε την λέξη passport στα Αγγλικά

Phrases
  • passport example in a phrase

    • Do I need a passport?

      Do I need a passport? εκφώνηση Εκφώνηση από thedarkcarousel (Γυναίκα από Ηνωμένες Πολιτείες)
    • You won't be able to cross the border if you don't have a passport

      You won't be able to cross the border if you don't have a passport εκφώνηση Εκφώνηση από NateGrooves (Άνδρας από Ηνωμένες Πολιτείες)
    • Oh no! I've lost my passport.

      Oh no! I've lost my passport. εκφώνηση Εκφώνηση από istob (Άνδρας από Ηνωμένο Βασίλειο)
Definition - Synonyms
  • Definition of passport

    • any authorization to pass or go somewhere
    • a document issued by a country to a citizen allowing that person to travel abroad and re-enter the home country
    • any quality or characteristic that gains a person a favorable reception or acceptance or admission
  • Synonyms of passport

    • licence εκφώνηση licence [en]
    • admission εκφώνηση admission [en]
    • pass εκφώνηση pass [en]
    • furlough εκφώνηση furlough [en]
    • permission εκφώνηση permission [en]
    • order εκφώνηση order [en]
    • ticket εκφώνηση ticket [en]
    • identification εκφώνηση identification [en]
    • records εκφώνηση records [en]
    • deed εκφώνηση deed [en]

Προφορές & γλώσσες στον χάρτη

Τυχαία λέξη: haveyourorangeWashingtona