Πώς να προφέρετε porter

προφορά της λέξης porter στα Γαλλικά [fr]
pɔʁ.te
  • porter εκφώνηση Εκφώνηση από gwen_bzh (Άνδρας από Γαλλία)

    4 ψήφοι Καλή Κακή

    Πρόσθεσε στα προτιμώμενα

    Ανατήστε το MP3

  • porter εκφώνηση Εκφώνηση από alphanumeric (Άνδρας από Γαλλία)

    3 ψήφοι Καλή Κακή

    Πρόσθεσε στα προτιμώμενα

    Ανατήστε το MP3

  • porter εκφώνηση Εκφώνηση από NicoBE (Άνδρας από Βέλγιο)

    0 ψήφοι Καλή Κακή

    Πρόσθεσε στα προτιμώμενα

    Ανατήστε το MP3

Μπορείτε να το εκφωνήσετε καλύτερα; με διαφορετική προφορά/προσωδία/διάλεκτο; Προφέρετε την λέξη porter στα Γαλλικά

Phrases
  • porter example in a phrase

    • Si tu veux bien te porter, couche-toi tôt et lève-toi tôt

      Si tu veux bien te porter, couche-toi tôt et lève-toi tôt εκφώνηση Εκφώνηση από baoqipei (Άνδρας από Γαλλία)
    • J'aime porter un bermuda quand il fait chaud

      J'aime porter un bermuda quand il fait chaud εκφώνηση Εκφώνηση από ClaraJane (Γυναίκα από Γαλλία)
Definition - Synonyms
  • Definition of porter

    • soutenir un poids
    • avoir en soi, pour une femme enceinte ou une femelle en gestation
    • donner, produire pour un végétal
  • Synonyms of porter

    • porté εκφώνηση porté [fr]
    • soutenir εκφώνηση soutenir [fr]
    • supporter εκφώνηση supporter [fr]
    • concevoir εκφώνηση concevoir [fr]
    • Donner εκφώνηση Donner [fr]
    • faire εκφώνηση faire [fr]
    • produire εκφώνηση produire [fr]
    • rapporter εκφώνηση rapporter [fr]
    • absorber εκφώνηση absorber [fr]
    • boire εκφώνηση boire [fr]

Προφορές & γλώσσες στον χάρτη

προφορά της λέξης porter στα Αγγλικά [en]
ˈpɔːtə(r)
Accent:
    American
  • porter εκφώνηση Εκφώνηση από AxsDeny (Άνδρας από Ηνωμένες Πολιτείες)

    3 ψήφοι Καλή Κακή

    Πρόσθεσε στα προτιμώμενα

    Ανατήστε το MP3

Μπορείτε να το εκφωνήσετε καλύτερα; με διαφορετική προφορά/προσωδία/διάλεκτο; Προφέρετε την λέξη porter στα Αγγλικά

Phrases
  • porter example in a phrase

    • A literal definition of a porter is a person stationed at a door to admit or assist those entering

      A literal definition of a porter is a person stationed at a door to admit or assist those entering εκφώνηση Εκφώνηση από numericalkitty (Γυναίκα από Αυστραλία)
Definition
  • Definition of porter

    • a person employed to carry luggage and supplies
    • someone who guards an entrance
    • United States writer of novels and short stories (1890-1980)
προφορά της λέξης porter στα Λομβαρδικά [lmo]
  • porter εκφώνηση Εκφώνηση από Aldedogn (Άνδρας από Ιταλία)

    0 ψήφοι Καλή Κακή

    Πρόσθεσε στα προτιμώμενα

    Ανατήστε το MP3

Μπορείτε να το εκφωνήσετε καλύτερα; με διαφορετική προφορά/προσωδία/διάλεκτο; Προφέρετε την λέξη porter στα Λομβαρδικά

προφορά της λέξης porter στα Γερμανικά [de]
  • porter εκφώνηση Εκφώνηση από independentgentleman (Άνδρας από Γερμανία)

    0 ψήφοι Καλή Κακή

    Πρόσθεσε στα προτιμώμενα

    Ανατήστε το MP3

Μπορείτε να το εκφωνήσετε καλύτερα; με διαφορετική προφορά/προσωδία/διάλεκτο; Προφέρετε την λέξη porter στα Γερμανικά

προφορά της λέξης porter στα Νορβηγικά Bokmål [no]
  • porter εκφώνηση Εκφώνηση από bjornodd (Άνδρας από Νορβηγία)

    0 ψήφοι Καλή Κακή

    Πρόσθεσε στα προτιμώμενα

    Ανατήστε το MP3

Μπορείτε να το εκφωνήσετε καλύτερα; με διαφορετική προφορά/προσωδία/διάλεκτο; Προφέρετε την λέξη porter στα Νορβηγικά Bokmål

προφορά της λέξης porter στα Καταλονικά [ca]
  • porter εκφώνηση Εκφώνηση από nharket (Γυναίκα από Ισπανία)

    0 ψήφοι Καλή Κακή

    Πρόσθεσε στα προτιμώμενα

    Ανατήστε το MP3

Μπορείτε να το εκφωνήσετε καλύτερα; με διαφορετική προφορά/προσωδία/διάλεκτο; Προφέρετε την λέξη porter στα Καταλονικά

Τυχαία λέξη: noustrès bienmademoisellechevalje parle