Κατηγορία:

verb present tense

Εγγραφείτε στις προφορές στα verb present tense

  • go εκφώνηση go [en]
  • does εκφώνηση does [en]
  • see εκφώνηση see [en]
  • you're εκφώνηση you're [en]
  • play εκφώνηση play [en]
  • drink εκφώνηση drink [en]
  • claw εκφώνηση claw [en]
  • breathing εκφώνηση breathing [en]
  • changes εκφώνηση changes [en]
  • rocks εκφώνηση rocks [en]
  • following εκφώνηση following [en]
  • ought εκφώνηση ought [en]
  • books εκφώνηση books [en]
  • resulting εκφώνηση resulting [en]
  • marketing εκφώνηση marketing [en]
  • advantages εκφώνηση advantages [en]
  • 가요 εκφώνηση 가요 [ko]
  • Training εκφώνηση Training [en]
  • beaches εκφώνηση beaches [en]
  • lamb εκφώνηση lamb [en]
  • annoying εκφώνηση annoying [en]
  • screening εκφώνηση screening [en]
  • spill εκφώνηση spill [en]
  • jogging εκφώνηση jogging [en]
  • disturbing εκφώνηση disturbing [en]
  • eats εκφώνηση eats [en]
  • vagabonding εκφώνηση vagabonding [en]
  • lurking εκφώνηση lurking [en]
  • harass εκφώνηση harass [en]
  • abiding εκφώνηση abiding [en]
  • squirrels εκφώνηση squirrels [en]
  • fly εκφώνηση fly [en]
  • prevent εκφώνηση prevent [en]
  • sleeping εκφώνηση sleeping [en]
  • multitasking εκφώνηση multitasking [en]
  • kidding εκφώνηση kidding [en]
  • struggle εκφώνηση struggle [en]
  • cycling εκφώνηση cycling [en]
  • poised εκφώνηση poised [en]
  • having εκφώνηση having [en]
  • talking εκφώνηση talking [en]
  • flabbergasting εκφώνηση flabbergasting [en]
  • scoring εκφώνηση scoring [en]
  • embarrassing εκφώνηση embarrassing [en]
  • dismissing εκφώνηση dismissing [en]
  • deserts εκφώνηση deserts [en]
  • shocking εκφώνηση shocking [en]
  • buys εκφώνηση buys [en]
  • printing εκφώνηση printing [en]
  • discombobulating εκφώνηση discombobulating [en]
  • Surges εκφώνηση Surges [en]
  • gossiping εκφώνηση gossiping [en]
  • drinks εκφώνηση drinks [en]
  • convincing εκφώνηση convincing [en]
  • sentences εκφώνηση sentences [en]
  • meddling εκφώνηση meddling [en]
  • adds εκφώνηση adds [en]
  • peeps εκφώνηση peeps [en]
  • prejudices εκφώνηση prejudices [en]
  • coming out εκφώνηση coming out [fr]
  • studying εκφώνηση studying [en]
  • thunders εκφώνηση thunders [en]
  • mediating εκφώνηση mediating [en]
  • peers εκφώνηση peers [en]
  • ensuring εκφώνηση ensuring [en]
  • jesting εκφώνηση jesting [en]
  • loads εκφώνηση loads [en]
  • excruciating εκφώνηση excruciating [en]
  • bellows εκφώνηση bellows [en]
  • heating εκφώνηση heating [en]
  • chafing εκφώνηση chafing [en]
  • alluring εκφώνηση alluring [en]
  • fascinating εκφώνηση fascinating [en]
  • farming εκφώνηση farming [en]
  • races εκφώνηση races [en]
  • reread εκφώνηση reread [en]
  • segueing εκφώνηση segueing [en]
  • masturbating εκφώνηση masturbating [en]
  • flipping εκφώνηση flipping [en]
  • evade εκφώνηση evade [en]
  • coming εκφώνηση coming [en]
  • tweeting εκφώνηση tweeting [en]
  • darkening εκφώνηση darkening [en]
  • disadvantages εκφώνηση disadvantages [en]
  • waking εκφώνηση waking [en]
  • screaming εκφώνηση screaming [en]
  • nestling εκφώνηση nestling [en]
  • scintillating εκφώνηση scintillating [en]
  • countenance εκφώνηση countenance [en]
  • refrains εκφώνηση refrains [en]
  • climbing εκφώνηση climbing [en]
  • knocks εκφώνηση knocks [en]
  • convalescing εκφώνηση convalescing [en]
  • undergoing εκφώνηση undergoing [en]
  • swims εκφώνηση swims [en]
  • focuses εκφώνηση focuses [en]
  • comforting εκφώνηση comforting [en]
  • bruises εκφώνηση bruises [en]
  • falls εκφώνηση falls [de]
  • produces εκφώνηση produces [en]