Πώς να προφέρετε breathing

προφορά της λέξης breathing στα Αγγλικά [en]
ˈbriːðɪŋ
    British
  • breathing εκφώνηση Εκφώνηση από TopQuark (Άνδρας από Ηνωμένο Βασίλειο)

    5 ψήφοι Καλή Κακή

    Πρόσθεσε στα προτιμώμενα

    Ανατήστε το MP3

  • breathing εκφώνηση Εκφώνηση από sarita_kitty (Γυναίκα από Ηνωμένο Βασίλειο)

    0 ψήφοι Καλή Κακή

    Πρόσθεσε στα προτιμώμενα

    Ανατήστε το MP3

  • breathing εκφώνηση Εκφώνηση από BritishEnglish (Άνδρας από Ηνωμένο Βασίλειο)

    0 ψήφοι Καλή Κακή

    Πρόσθεσε στα προτιμώμενα

    Ανατήστε το MP3

  • breathing εκφώνηση Εκφώνηση από maidofkent (Γυναίκα από Ηνωμένο Βασίλειο)

    0 ψήφοι Καλή Κακή

    Πρόσθεσε στα προτιμώμενα

    Ανατήστε το MP3

  • Other
  • breathing εκφώνηση Εκφώνηση από Elixyia (Γυναίκα από Αυστραλία)

    5 ψήφοι Καλή Κακή

    Πρόσθεσε στα προτιμώμενα

    Ανατήστε το MP3

  • American
  • breathing εκφώνηση Εκφώνηση από rdbedsole (Άνδρας από Ηνωμένες Πολιτείες)

    2 ψήφοι Καλή Κακή

    Πρόσθεσε στα προτιμώμενα

    Ανατήστε το MP3

  • breathing εκφώνηση Εκφώνηση από Ari303 (Γυναίκα από Ηνωμένες Πολιτείες)

    0 ψήφοι Καλή Κακή

    Πρόσθεσε στα προτιμώμενα

    Ανατήστε το MP3

Μπορείτε να το εκφωνήσετε καλύτερα; με διαφορετική προφορά/προσωδία/διάλεκτο; Προφέρετε την λέξη breathing στα Αγγλικά

Phrases
  • breathing example in a phrase

    • I've been breathing for a long time

      I've been breathing for a long time εκφώνηση Εκφώνηση από jmrpr (Άνδρας από Πορτογαλία)
    • I've been breathing for a long time

      I've been breathing for a long time εκφώνηση Εκφώνηση από lorall (Γυναίκα από Ηνωμένες Πολιτείες)
    • Asthmatics use a nebuliser to relieve breathing difficulties.

      Asthmatics use a nebuliser to relieve breathing difficulties. εκφώνηση Εκφώνηση από naitken22 (Γυναίκα από Ηνωμένο Βασίλειο)
Definition - Synonyms
  • Definition of breathing

    • the bodily process of inhalation and exhalation; the process of taking in oxygen from inhaled air and releasing carbon dioxide by exhalation
    • passing or able to pass air in and out of the lungs normally; sometimes used in combination
  • Synonyms of breathing

    • alive εκφώνηση alive [en]
    • sensitive εκφώνηση sensitive [en]
    • panting εκφώνηση panting [en]
    • smelling εκφώνηση smelling [en]
    • puffing εκφώνηση puffing [en]
    • blasting εκφώνηση blasting [en]
    • blustering εκφώνηση blustering [en]
    • gasping εκφώνηση gasping [en]
    • blowing εκφώνηση blowing [en]
    • vital εκφώνηση vital [en]

Προφορές & γλώσσες στον χάρτη

Τυχαία λέξη: cuntbeenbuttercouponalthough