Πώς να προφέρετε aerial

στα:
προφορά της λέξης aerial στα Αγγλικά [en]
ˈeəriəl
    American
  • aerial εκφώνηση Εκφώνηση από falconfling (Άνδρας από Ηνωμένες Πολιτείες)

    4 ψήφοι Καλή Κακή

    Πρόσθεσε στα προτιμώμενα

    Ανατήστε το MP3

  • aerial εκφώνηση Εκφώνηση από Garrettrock (Άνδρας από Ηνωμένες Πολιτείες)

    0 ψήφοι Καλή Κακή

    Πρόσθεσε στα προτιμώμενα

    Ανατήστε το MP3

  • aerial εκφώνηση Εκφώνηση από TastiestofCakes (Γυναίκα από Ηνωμένες Πολιτείες)

    0 ψήφοι Καλή Κακή

    Πρόσθεσε στα προτιμώμενα

    Ανατήστε το MP3

  • British
  • aerial εκφώνηση Εκφώνηση από enfield (Γυναίκα από Ηνωμένο Βασίλειο)

    3 ψήφοι Καλή Κακή

    Πρόσθεσε στα προτιμώμενα

    Ανατήστε το MP3

  • aerial εκφώνηση Εκφώνηση από mooncow (Άνδρας από Ηνωμένο Βασίλειο)

    2 ψήφοι Καλή Κακή

    Πρόσθεσε στα προτιμώμενα

    Ανατήστε το MP3

Μπορείτε να το εκφωνήσετε καλύτερα; με διαφορετική προφορά/προσωδία/διάλεκτο; Προφέρετε την λέξη aerial στα Αγγλικά

Phrases
  • aerial example in a phrase

    • If you move the orientation of the aerial a bit you should get a better signal

      If you move the orientation of the aerial a bit you should get a better signal εκφώνηση Εκφώνηση από Fica (Γυναίκα από Ηνωμένες Πολιτείες)
    • If you look at the aerial view of this map you can see the roof of our house

      If you look at the aerial view of this map you can see the roof of our house εκφώνηση Εκφώνηση από andrewinzek (Άνδρας από Ηνωμένο Βασίλειο)
Definition - Synonyms
  • Definition of aerial

    • a pass to a receiver downfield from the passer
    • an electrical device that sends or receives radio or television signals
    • existing or living or growing or operating in the air
  • Synonyms of aerial

    • elevated εκφώνηση elevated [en]
    • towering εκφώνηση towering [en]
    • lofty εκφώνηση lofty [en]
    • airy εκφώνηση airy [en]
    • tall εκφώνηση tall [en]
    • illusory εκφώνηση illusory [en]
    • imaginary εκφώνηση imaginary [en]
    • fanciful εκφώνηση fanciful [en]
    • chimerical εκφώνηση chimerical [en]
    • high (informal)

Προφορές & γλώσσες στον χάρτη

Τυχαία λέξη: waterantidisestablishmentarianismhellotomatocaramel