Πώς να προφέρετε doze

προφορά της λέξης doze στα Πορτογαλικά [pt]
doze
  • doze εκφώνηση Εκφώνηση από pathgs (Γυναίκα από Βραζιλία)

    0 ψήφοι Καλή Κακή

    Πρόσθεσε στα προτιμώμενα

    Ανατήστε το MP3

  • doze εκφώνηση Εκφώνηση από Luisdalmeida (Άνδρας από Πορτογαλία)

    0 ψήφοι Καλή Κακή

    Πρόσθεσε στα προτιμώμενα

    Ανατήστε το MP3

  • doze εκφώνηση Εκφώνηση από torcato (Άνδρας από Πορτογαλία)

    0 ψήφοι Καλή Κακή

    Πρόσθεσε στα προτιμώμενα

    Ανατήστε το MP3

  • doze εκφώνηση Εκφώνηση από thiagomk (Άνδρας από Βραζιλία)

    0 ψήφοι Καλή Κακή

    Πρόσθεσε στα προτιμώμενα

    Ανατήστε το MP3

  • doze εκφώνηση Εκφώνηση από FATIMAREG (Γυναίκα από Βραζιλία)

    0 ψήφοι Καλή Κακή

    Πρόσθεσε στα προτιμώμενα

    Ανατήστε το MP3

  • doze εκφώνηση Εκφώνηση από eumesmo (Άνδρας από Βραζιλία)

    0 ψήφοι Καλή Κακή

    Πρόσθεσε στα προτιμώμενα

    Ανατήστε το MP3

  • doze εκφώνηση Εκφώνηση από Sirasp (Γυναίκα από Βραζιλία)

    0 ψήφοι Καλή Κακή

    Πρόσθεσε στα προτιμώμενα

    Ανατήστε το MP3

Μπορείτε να το εκφωνήσετε καλύτερα; με διαφορετική προφορά/προσωδία/διάλεκτο; Προφέρετε την λέξη doze στα Πορτογαλικά

Phrases
  • doze example in a phrase

    • Doze mil pessoas foram vacinadas.

      Doze mil pessoas foram vacinadas. εκφώνηση Εκφώνηση από thiagomk (Άνδρας από Βραζιλία)
Definition
  • Definition of doze

    • indica a quantidade
    • indica a ordem numa série
    • numeral

Προφορές & γλώσσες στον χάρτη

προφορά της λέξης doze στα Αγγλικά [en]
  • doze εκφώνηση Εκφώνηση από TopQuark (Άνδρας από Ηνωμένο Βασίλειο)

    0 ψήφοι Καλή Κακή

    Πρόσθεσε στα προτιμώμενα

    Ανατήστε το MP3

  • doze εκφώνηση Εκφώνηση από DQuinn0807 (Άνδρας από Ηνωμένες Πολιτείες)

    0 ψήφοι Καλή Κακή

    Πρόσθεσε στα προτιμώμενα

    Ανατήστε το MP3

  • doze εκφώνηση Εκφώνηση από dorabora (Γυναίκα από Ηνωμένο Βασίλειο)

    0 ψήφοι Καλή Κακή

    Πρόσθεσε στα προτιμώμενα

    Ανατήστε το MP3

Μπορείτε να το εκφωνήσετε καλύτερα; με διαφορετική προφορά/προσωδία/διάλεκτο; Προφέρετε την λέξη doze στα Αγγλικά

Definition
  • Definition of doze

    • a light fitful sleep
    • sleep lightly or for a short period of time

Τυχαία λέξη: saudadeRio de JaneirocoraçãoBrasilSão Paulo