Πώς να προφέρετε extensive

στα:
προφορά της λέξης extensive στα Αγγλικά [en]
ɪkˈstensɪv
    British
  • extensive εκφώνηση Εκφώνηση από TopQuark (Άνδρας από Ηνωμένο Βασίλειο)

    6 ψήφοι Καλή Κακή

    Πρόσθεσε στα προτιμώμενα

    Ανατήστε το MP3

  • Other
  • extensive εκφώνηση Εκφώνηση από fordum (Γυναίκα από Αυστραλία)

    3 ψήφοι Καλή Κακή

    Πρόσθεσε στα προτιμώμενα

    Ανατήστε το MP3

  • extensive εκφώνηση Εκφώνηση από quentindevintino (Άνδρας από Καναδάς)

    -1 ψήφοι Καλή Κακή

    Πρόσθεσε στα προτιμώμενα

    Ανατήστε το MP3

  • American
  • extensive εκφώνηση Εκφώνηση από anakat (Γυναίκα από Ηνωμένες Πολιτείες)

    -1 ψήφοι Καλή Κακή

    Πρόσθεσε στα προτιμώμενα

    Ανατήστε το MP3

Μπορείτε να το εκφωνήσετε καλύτερα; με διαφορετική προφορά/προσωδία/διάλεκτο; Προφέρετε την λέξη extensive στα Αγγλικά

Definition - Synonyms
  • Definition of extensive

    • of agriculture; increasing productivity by using large areas with minimal outlay and labor
    • large in spatial extent or range or scope or quantity
    • broad in scope or content
  • Synonyms of extensive

    • wide εκφώνηση wide [en]
    • far-reaching εκφώνηση far-reaching [en]
    • inclusive εκφώνηση inclusive [en]
    • thorough εκφώνηση thorough [en]
    • roomy εκφώνηση roomy [en]
    • ample εκφώνηση ample [en]
    • expansive εκφώνηση expansive [en]
    • commodious εκφώνηση commodious [en]
    • broad εκφώνηση broad [en]
    • extended εκφώνηση extended [en]

Προφορές & γλώσσες στον χάρτη

προφορά της λέξης extensive στα Γαλλικά [fr]
  • extensive εκφώνηση Εκφώνηση από marois (Άνδρας από Καναδάς)

    0 ψήφοι Καλή Κακή

    Πρόσθεσε στα προτιμώμενα

    Ανατήστε το MP3

Μπορείτε να το εκφωνήσετε καλύτερα; με διαφορετική προφορά/προσωδία/διάλεκτο; Προφέρετε την λέξη extensive στα Γαλλικά

Definition - Synonyms
  • Definition of extensive

    • qui produit l'extension
    • qui marque l'extension (terme pris dans un sens extensif)
  • Synonyms of extensive

    • large εκφώνηση large [fr]
    • monumental εκφώνηση monumental [fr]
    • augmentative
    • dilatante

Τυχαία λέξη: catthreebananabookTuesday