Πώς να προφέρετε growth

προφορά της λέξης growth στα Αγγλικά [en]
ɡrəʊθ
  • growth εκφώνηση Εκφώνηση από splindivit (Άνδρας από Ηνωμένες Πολιτείες)

    5 ψήφοι Καλή Κακή

    Πρόσθεσε στα προτιμώμενα

    Ανατήστε το MP3

  • growth εκφώνηση Εκφώνηση από JessicaMS (Γυναίκα από Ηνωμένες Πολιτείες)

    3 ψήφοι Καλή Κακή

    Πρόσθεσε στα προτιμώμενα

    Ανατήστε το MP3

  • growth εκφώνηση Εκφώνηση από lightinthedarkness (Γυναίκα από Καναδάς)

    2 ψήφοι Καλή Κακή

    Πρόσθεσε στα προτιμώμενα

    Ανατήστε το MP3

  • growth εκφώνηση Εκφώνηση από Orva (Γυναίκα από Ηνωμένες Πολιτείες)

    0 ψήφοι Καλή Κακή

    Πρόσθεσε στα προτιμώμενα

    Ανατήστε το MP3

  • growth εκφώνηση Εκφώνηση από quentindevintino (Άνδρας από Καναδάς)

    0 ψήφοι Καλή Κακή

    Πρόσθεσε στα προτιμώμενα

    Ανατήστε το MP3

  • growth εκφώνηση Εκφώνηση από EdwinWalker (Άνδρας από Ηνωμένο Βασίλειο)

    0 ψήφοι Καλή Κακή

    Πρόσθεσε στα προτιμώμενα

    Ανατήστε το MP3

  • growth εκφώνηση Εκφώνηση από mmdills22 (Γυναίκα από Ηνωμένες Πολιτείες)

    0 ψήφοι Καλή Κακή

    Πρόσθεσε στα προτιμώμενα

    Ανατήστε το MP3

  • growth εκφώνηση Εκφώνηση από eggypp (Άνδρας από Ηνωμένο Βασίλειο)

    0 ψήφοι Καλή Κακή

    Πρόσθεσε στα προτιμώμενα

    Ανατήστε το MP3

Μπορείτε να το εκφωνήσετε καλύτερα; με διαφορετική προφορά/προσωδία/διάλεκτο; Προφέρετε την λέξη growth στα Αγγλικά

Phrases
  • growth example in a phrase

    • Tundra is an area of land where growth is hindered by low temperatures and short growing seasons

      Tundra is an area of land where growth is hindered by low temperatures and short growing seasons εκφώνηση Εκφώνηση από jeffmcnd (Άνδρας από Καναδάς)
    • growth cone

      growth cone εκφώνηση Εκφώνηση από forsberg (Γυναίκα από Ηνωμένες Πολιτείες)
Definition - Synonyms
  • Definition of growth

    • (biology) the process of an individual organism growing organically; a purely biological unfolding of events involved in an organism changing gradually from a simple to a more complex level
    • a progression from simpler to more complex forms
    • a process of becoming larger or longer or more numerous or more important
  • Synonyms of growth

    • development εκφώνηση development [en]
    • expansion εκφώνηση expansion [en]
    • augmentation εκφώνηση augmentation [en]
    • product εκφώνηση product [en]
    • result εκφώνηση result [en]
    • outgrowth εκφώνηση outgrowth [en]
    • tumour εκφώνηση tumour [en]
    • swelling εκφώνηση swelling [en]
    • increase
    • produce

Προφορές & γλώσσες στον χάρτη

Τυχαία λέξη: EdinburghIrelandy'allrooflittle