Πώς να προφέρετε conviction

στα:
προφορά της λέξης conviction στα Αγγλικά [en]
kənˈvɪkʃn̩
    American
  • conviction εκφώνηση Εκφώνηση από falconfling (Άνδρας από Ηνωμένες Πολιτείες)

    4 ψήφοι Καλή Κακή

    Πρόσθεσε στα προτιμώμενα

    Ανατήστε το MP3

  • conviction εκφώνηση Εκφώνηση από migueld (Άνδρας από Ηνωμένες Πολιτείες)

    2 ψήφοι Καλή Κακή

    Πρόσθεσε στα προτιμώμενα

    Ανατήστε το MP3

  • British
  • conviction εκφώνηση Εκφώνηση από bronshtein (Άνδρας από Ηνωμένο Βασίλειο)

    1 ψήφοι Καλή Κακή

    Πρόσθεσε στα προτιμώμενα

    Ανατήστε το MP3

Μπορείτε να το εκφωνήσετε καλύτερα; με διαφορετική προφορά/προσωδία/διάλεκτο; Προφέρετε την λέξη conviction στα Αγγλικά

Phrases
  • conviction example in a phrase

    • A long-held conviction

      A long-held conviction εκφώνηση Εκφώνηση από Delian (Γυναίκα από Ηνωμένες Πολιτείες)
    • Every conviction has its history, its pre-formation, its ventures and its mistakes. [Nietzsche, The Antichrist]

      Every conviction has its history, its pre-formation, its ventures and its mistakes. [Nietzsche, The Antichrist] εκφώνηση Εκφώνηση από gabigulya (Γυναίκα από Ηνωμένες Πολιτείες)
Definition - Synonyms
  • Definition of conviction

    • an unshakable belief in something without need for proof or evidence
    • (criminal law) a final judgment of guilty in a criminal case and the punishment that is imposed
  • Synonyms of conviction

Προφορές & γλώσσες στον χάρτη

προφορά της λέξης conviction στα Γαλλικά [fr]
kɔ̃.vik.sjɔ̃
  • conviction εκφώνηση Εκφώνηση από Kneu (Άνδρας από Ελβετία)

    0 ψήφοι Καλή Κακή

    Πρόσθεσε στα προτιμώμενα

    Ανατήστε το MP3

Μπορείτε να το εκφωνήσετε καλύτερα; με διαφορετική προφορά/προσωδία/διάλεκτο; Προφέρετε την λέξη conviction στα Γαλλικά

Phrases
  • conviction example in a phrase

    • Ses convictions personnelles l'amènent à voter pour ce parti

      Ses convictions personnelles l'amènent à voter pour ce parti εκφώνηση Εκφώνηση από sicerabibax (Άνδρας από Γαλλία)
Definition - Synonyms
  • Definition of conviction

    • croyance ferme, certitude, ce dont on est convaincu
    • sérieux, enthousiasme avec lesquels on fait quelque chose
    • opinion affichée
  • Synonyms of conviction

    • assurance εκφώνηση assurance [fr]
    • certitude εκφώνηση certitude [fr]
    • croyance εκφώνηση croyance [fr]
    • persuasion εκφώνηση persuasion [fr]
    • vérité εκφώνηση vérité [fr]
    • opinion εκφώνηση opinion [fr]
    • foi εκφώνηση foi [fr]
    • Avis εκφώνηση Avis [fr]
    • adhésion εκφώνηση adhésion [fr]
    • confiance εκφώνηση confiance [fr]
προφορά της λέξης conviction στα Τουρκικά [tr]
  • conviction εκφώνηση Εκφώνηση από aydemir24 (Άνδρας από Ηνωμένες Πολιτείες)

    0 ψήφοι Καλή Κακή

    Πρόσθεσε στα προτιμώμενα

    Ανατήστε το MP3

Μπορείτε να το εκφωνήσετε καλύτερα; με διαφορετική προφορά/προσωδία/διάλεκτο; Προφέρετε την λέξη conviction στα Τουρκικά

Τυχαία λέξη: GermanyWikipediaEnglandonecar