Πώς να προφέρετε bound

προφορά της λέξης bound στα Αγγλικά [en]
baʊnd
Accent:
    American
  • bound εκφώνηση Εκφώνηση από guspolly (Άνδρας από Ηνωμένες Πολιτείες)

    5 ψήφοι Καλή Κακή

    Πρόσθεσε στα προτιμώμενα

    Ανατήστε το MP3

  • bound εκφώνηση Εκφώνηση από mmdills22 (Γυναίκα από Ηνωμένες Πολιτείες)

    4 ψήφοι Καλή Κακή

    Πρόσθεσε στα προτιμώμενα

    Ανατήστε το MP3

  • bound εκφώνηση Εκφώνηση από falconfling (Άνδρας από Ηνωμένες Πολιτείες)

    2 ψήφοι Καλή Κακή

    Πρόσθεσε στα προτιμώμενα

    Ανατήστε το MP3

  • bound εκφώνηση Εκφώνηση από migueld (Άνδρας από Ηνωμένες Πολιτείες)

    1 ψήφοι Καλή Κακή

    Πρόσθεσε στα προτιμώμενα

    Ανατήστε το MP3

Μπορείτε να το εκφωνήσετε καλύτερα; με διαφορετική προφορά/προσωδία/διάλεκτο; Προφέρετε την λέξη bound στα Αγγλικά

Phrases
  • bound example in a phrase

    • I am unwillingly bound to add

      I am unwillingly bound to add εκφώνηση Εκφώνηση από Kirstyn (Γυναίκα από Αυστραλία)
    • He was bound to divorce her eventually

      He was bound to divorce her eventually εκφώνηση Εκφώνηση από juliejh (Γυναίκα από Ηνωμένες Πολιτείες)
Definition - Synonyms
  • Definition of bound

    • a line determining the limits of an area
    • the line or plane indicating the limit or extent of something
    • the greatest possible degree of something
  • Synonyms of bound

    • circle εκφώνηση circle [en]
    • confine εκφώνηση confine [en]
    • rim εκφώνηση rim [en]
    • directed εκφώνηση directed [en]
    • destined εκφώνηση destined [en]
    • brim εκφώνηση brim [en]
    • end εκφώνηση end [en]
    • boundary εκφώνηση boundary [en]
    • mete εκφώνηση mete [en]
    • terminate (formal)

Προφορές & γλώσσες στον χάρτη

Τυχαία λέξη: catthreebananabookTuesday