Πώς να προφέρετε innocent

προφορά της λέξης innocent στα Αγγλικά [en]
ˈɪnəsnt
  • innocent εκφώνηση Εκφώνηση από x_WoofyWoo_x (Γυναίκα από Ηνωμένο Βασίλειο)

    9 ψήφοι Καλή Κακή

    Πρόσθεσε στα προτιμώμενα

    Ανατήστε το MP3

  • innocent εκφώνηση Εκφώνηση από ropa (Άνδρας από Ηνωμένο Βασίλειο)

    1 ψήφοι Καλή Κακή

    Πρόσθεσε στα προτιμώμενα

    Ανατήστε το MP3

  • innocent εκφώνηση Εκφώνηση από terriertrouble (Γυναίκα από Ηνωμένες Πολιτείες)

    1 ψήφοι Καλή Κακή

    Πρόσθεσε στα προτιμώμενα

    Ανατήστε το MP3

  • innocent εκφώνηση Εκφώνηση από wkshimself (Άνδρας από Ηνωμένες Πολιτείες)

    0 ψήφοι Καλή Κακή

    Πρόσθεσε στα προτιμώμενα

    Ανατήστε το MP3

  • innocent εκφώνηση Εκφώνηση από harbour1971 (Γυναίκα από Ηνωμένο Βασίλειο)

    0 ψήφοι Καλή Κακή

    Πρόσθεσε στα προτιμώμενα

    Ανατήστε το MP3

  • innocent εκφώνηση Εκφώνηση από bijoufaerie (Γυναίκα από Καναδάς)

    0 ψήφοι Καλή Κακή

    Πρόσθεσε στα προτιμώμενα

    Ανατήστε το MP3

  • innocent εκφώνηση Εκφώνηση από rdbedsole (Άνδρας από Ηνωμένες Πολιτείες)

    -1 ψήφοι Καλή Κακή

    Πρόσθεσε στα προτιμώμενα

    Ανατήστε το MP3

  • innocent εκφώνηση Εκφώνηση από ShotgunLobotomy (Άνδρας από Ηνωμένες Πολιτείες)

    -1 ψήφοι Καλή Κακή

    Πρόσθεσε στα προτιμώμενα

    Ανατήστε το MP3

Μπορείτε να το εκφωνήσετε καλύτερα; με διαφορετική προφορά/προσωδία/διάλεκτο; Προφέρετε την λέξη innocent στα Αγγλικά

Phrases
  • innocent example in a phrase

    • The court granted him a free pardon because new evidence proved him innocent.

      The court granted him a free pardon because new evidence proved him innocent. εκφώνηση Εκφώνηση από flaze (Άνδρας από Ηνωμένο Βασίλειο)
    • She was an innocent bystander to the incident, but still had to give evidence in court

      She was an innocent bystander to the incident, but still had to give evidence in court εκφώνηση Εκφώνηση από MarkClayson (Άνδρας από Ηνωμένο Βασίλειο)
Definition - Synonyms
  • Definition of innocent

    • a person who lacks knowledge of evil
    • free from evil or guilt
    • lacking intent or capacity to injure
  • Synonyms of innocent

    • faultless εκφώνηση faultless [en]
    • virtuous εκφώνηση virtuous [en]
    • spotless εκφώνηση spotless [en]
    • untainted εκφώνηση untainted [en]
    • clean εκφώνηση clean [en]
    • pure εκφώνηση pure [en]
    • sinless εκφώνηση sinless [en]
    • innocuous εκφώνηση innocuous [en]
    • inoffensive εκφώνηση inoffensive [en]
    • forthright εκφώνηση forthright [en]

Προφορές & γλώσσες στον χάρτη

προφορά της λέξης innocent στα Γαλλικά [fr]
  • innocent εκφώνηση Εκφώνηση από gwen_bzh (Άνδρας από Γαλλία)

    1 ψήφοι Καλή Κακή

    Πρόσθεσε στα προτιμώμενα

    Ανατήστε το MP3

  • innocent εκφώνηση Εκφώνηση από phkre (Άνδρας από Γαλλία)

    0 ψήφοι Καλή Κακή

    Πρόσθεσε στα προτιμώμενα

    Ανατήστε το MP3

Μπορείτε να το εκφωνήσετε καλύτερα; με διαφορετική προφορά/προσωδία/διάλεκτο; Προφέρετε την λέξη innocent στα Γαλλικά

Phrases
  • innocent example in a phrase

    • La justice reconnaît l'accusé innocent

      La justice reconnaît l'accusé innocent εκφώνηση Εκφώνηση από Pat91 (Άνδρας από Γαλλία)
Definition - Synonyms
  • Definition of innocent

    • qui ne fait pas de mal, qui n'est pas coupable
    • qui n'est pour rien dans les évènements dont il subit les conséquences
    • qui est crédule, simple
  • Synonyms of innocent

προφορά της λέξης innocent στα Καταλονικά [ca]
  • innocent εκφώνηση Εκφώνηση από didace (Άνδρας από Ισπανία)

    1 ψήφοι Καλή Κακή

    Πρόσθεσε στα προτιμώμενα

    Ανατήστε το MP3

Μπορείτε να το εκφωνήσετε καλύτερα; με διαφορετική προφορά/προσωδία/διάλεκτο; Προφέρετε την λέξη innocent στα Καταλονικά

Τυχαία λέξη: waterantidisestablishmentarianismhellotomatocaramel